ΑΡΘΡΑ - ΑΠΟΨΕΙΣ • Δήμος Κισάμου • ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Τσουρουνιανά Κισάμου: Η μνήμη δεν είναι εκδίκηση. Η μνήμη είναι δικαιοσύνη

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Όπως κάθε χρόνο, τέτοια ημέρα, έτσι και φέτος βρισκόμαστε εδώ για να τιμήσουμε όλους αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους, για την πατρίδα και τα ιδανικά τους.

Ως απόγονος της οικογενείας δύο εκ των θυμάτων, νιώθοντας δέος απέναντι σε όλους αυτούς τους ήρωες, θα επιχειρήσω σήμερα να σας υπενθυμίσω κάποια από τα σημαντικότερα γεγονότα που εκτυλίχτηκαν 82 χρόνια πριν.

Γεγονότα που εμείς οι νεότεροι δεν πρέπει να ξεχνάμε, καθώς χάρις αυτά, σήμερα, απολαμβάνουμε το πολύτιμο αγαθό που ονομάζεται ελευθέρια. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε η πιο αιματηρή και εκτεταμένη σύγκρουση στην παγκόσμια ιστορία. Ο πόλεμος πυροδοτήθηκε από την επεκτατική πολιτική της ναζιστικής Γερμανίας, επανακαθόρισε τα παγκόσμια σύνορα και σημαδεύτηκε από πρωτοφανείς θηριωδίες, με αποκορύφωμα το Ολοκαύτωμα και τη χρήση των πρώτων πυρηνικών όπλων.

Στο πλαίσιο αυτού του παγκόσμιου δράματος, η Μάχη της Κρήτης και τα όσα ακολούθησαν αποτελούν ένα μοναδικό κεφάλαιο, ξεχωρίζοντας για τρεις κύριους λόγους:

Αρχικά Στις 20 Μαΐου του 1941 πραγματοποιήθηκε πρωτοφανής αεραποβατική επιχείρηση: Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία, που ένας στρατός προσπάθησε να καταλάβει ένα στρατηγικό σημείο, χρησιμοποιώντας εναέριες δυνάμεις και πιο συγκεκριμένα επίλεκτους αλεξιπτωτιστές. Η επίθεση αυτή έφερε την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Ερμής».  Όπως αναφέρει και στο βιβλίο του ο αγαπητός παππούς μου Θεοχάρης Τσουρουνάκης, οι κάτοικοι των Τσουρουνιανών εκείνη τη μέρα, αντίκρισαν σιδερένια πουλιά, που από τα σπλάχνα τους έπεφταν πολύχρωμες ομπρέλες, που έσπερναν τον θάνατο και την καταστροφή.

Ο δεύτερος λόγος ήταν η παλλαϊκή αντίσταση: Οι Γερμανοί περίμεναν μια εύκολη νίκη, αλλά ήρθαν αντιμέτωποι με το σοκ της καθολικής αντίστασης του ντόπιου πληθυσμού.

Οι Κρητικοί, χωρίς βαρύ οπλισμό, παίρνοντας δύναμη από τη βαθιά πίστη τους, πολέμησαν δίπλα στις συμμαχικές δυνάμεις, προκαλώντας σημαντικές απώλειες στους εισβολείς. Μάλιστα οι Γερμανοί που υπολόγιζαν ότι θα κατακτούσαν το νησί μέσα σε 24 ώρες χρειάστηκαν 10 ολόκληρες ημέρες μέχρι να κάμψουν την αντίσταση των γενναίων Κρητικών.

Ο τελευταίος λόγος ήταν το τέλος των Γερμανών αλεξιπτωτιστών. Παρά την τελική κατάληψη του νησιού, μετά την πτώση του αεροδρομίου του Μάλεμε, οι απώλειες των ναζιστικών δυνάμεων ήταν τόσο μεγάλες που ο Χίτλερ δεν τόλμησε ποτέ ξανά να διατάξει μεγάλη επιχείρηση από αέρος, καθώς ο ίδιος δήλωσε ότι «Η ημέρα των αλεξιπτωτιστών παρήλθε ».                                                                                                                           Αυτή ακριβώς η ενεργός δράση και το ανυπότακτο πνεύμα των κατοίκων ήδη από τις ημέρες της Μάχης της Κρήτης, οδήγησαν στη μετέπειτα στοχοποίηση πολλών περιοχών του νησιού από τους Ναζί.

Μάλιστα για κάθε θάνατο Γερμανού στρατιώτη, ως Νέμεσις, υπήρχε διαταγή για εκτέλεση 50 ή 100 πολιτών. Συγκεκριμένα, στην περιοχή των Χανίων τα αντίποινα ήταν πιο σκληρά γιατί διέλυσαν το τάγμα των επίλεκτων αλεξιπτωτιστών. Η σθεναρή αντίσταση των Κρητικών εξαγρίωνε τους Γερμανούς, οι οποίοι δεν έχαναν ευκαιρία, να επιδεικνύουν τη δύναμή τους, με τον πιο σκληρό τρόπο.

Ας μεταφερθούμε τώρα νοερά 3 χρόνια αργότερα, στον Αύγουστο του 1944. Κατά τις πρώτες μέρες του μήνα καταστρώθηκε σχέδιο επίθεσης εναντίον μιας Γερμανικής φάλαγγας αυτοκινήτων στο Τοπολιανό Φαράγγι, κοντά στη σήραγγα.

Στην αιφνίδια αυτή επιχείρηση οι αντίπαλοι, έχασαν ένα όχημα και 20 στρατιώτες μαζί με τον επικεφαλής τους. Σε αντίποινα, λίγες μέρες μετά οι Ναζί οδήγησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα 61 αθώους κατοίκους, μετατρέποντας το χωριό Μαλάθυρος σε έναν αιώνιο τόπο μαρτυρίου.                       Η δίψα των κατακτητών για εκδίκηση δεν σταμάτησε εκεί. Την αμέσως επόμενη μέρα, η μαύρη μοίρα χτύπησε τα Τσουρουνιανά.

Ξημέρωνε Τρίτη 29 Αυγούστου του 1944. Οι εχθρικές δυνάμεις γνώριζαν ότι οι κάτοικοι έκρυβαν Νεοζηλανδούς και έδιναν καταφύγιο σε αντάρτες. Είχε έρθει η ώρα, που το χωριό μας, θα πλήρωνε το ακριβό τίμημα, της προσφοράς του στον αγώνα. Το χωριό ήσυχο, οι περισσότεροι άντρες κρυμμένοι στο βουνό και τα γυναικόπαιδα έτοιμα να ξεκινήσουν αμέριμνα τις καθημερινές τους εργασίες.

Ξαφνικά την ησυχία ταράζουν πυροβολισμοί από την απέναντι πλαγιά.  Ισχυρές δυνάμεις έχουν περικυκλώσει αθόρυβα το χωριό.

Από τα πρώτα θύματα είναι ο 20χρονος Νικόλαος Τσουρουνάκης, που μαζί με την αδερφή του Καλλιόπη έτρεχαν πανικόβλητοι να κρυφτούν. Λίγο πιο μέσα στο χωριό σκοτώνουν τον ηλικιωμένο Νίκο Περράκη, αμέσως μετά τον Γεώργιο Τσουρουνάκη 18 ετών και τον Οδυσσέα Μοτάκη 80 ετών.

Στη συνέχεια συγκεντρώνουν όλα τα γυναικόπαιδα του χωριού στην εκκλησία και τα φυλούν με πολυβόλα. Την ίδια στιγμή, οι κατακτητές προχωρούν σε άγριες λεηλασίες, κλοπές και καταστροφές, παραδίδοντας μάλιστα πολλά σπίτια στις φλόγες. Η μανία τους όμως δε σταματά εκεί. Ακολουθεί και δεύτερο ανθρωποκυνηγητό στα γύρω υψώματα του χωριού.

Νωρίς την επόμενη μέρα οι άνδρες, όπως συνήθιζαν, ξεκίνησαν να επιστρέφουν στο χωριό για να βοηθήσουν τις οικογένειες τους στις αγροτικές δουλειές. Γρήγορα αντιλήφθηκαν τους κρυμμένους στρατιώτες με τα πολυβόλα και προσπάθησαν να καταφύγουν στο γειτονικό δάσος της Μηλιάς. Οι περισσότεροι τα κατάφεραν, όχι όμως όλοι. Σε εκείνη την ενέδρα, νεκροί έπεσαν ο Γεώργιος Τσουρουνάκης πατέρας  6 παιδιών,  ο Κωνσταντίνος Μπιριτάκης και ο τραυματίας του Αλβανικού πολέμου Εμμανουήλ Τσουρουνάκης.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι την ίδια μέρα στην περιοχή Μύλοι, που βρίσκεται, μεταξύ του χωρίου μας και του χωριού Αϊ – Κυρ Γιάννη, οι Γερμανοί σκότωσαν επίσης τον Ιωάννη Τζανινάκη και τον Εμμανουήλ Παλιμετάκη.

Τα τραγικά γεγονότα διαδέχεται ο θρήνος. Γυναίκες να θάβουν τους πατεράδες, τους άνδρες, τα αδέρφια και τα παιδιά τους. Άνθρωποι εξαντλημένοι, βασανισμένοι να προσπαθούν να ορθοποδήσουν με όσα ψυχικά και σωματικά αποθέματα τους έχουν απομείνει.

Για τα επόμενα χρόνια, οι γυναίκες του χωριού σήκωσαν στις πλάτες τους έναν αβάσταχτο σταυρό.  Ο αφανισμός του ανδρικού πληθυσμού άφησε πίσω του σπίτια ορφανά και οικογένειες ολοκληρωτικά ξεκληρισμένες, χωρίς κανένα στήριγμα. Οι γυναίκες έπρεπε να φροντίσουν τα παιδιά τους, να τα θρέψουν, να τα αποκαταστήσουν και να διαφυλάξουν την αξιοπρέπεια και την υπερηφάνεια τους. Κι όμως, τα κατάφεραν. Σφίγγοντας τα δόντια απέναντι στον πόνο, αποδείχθηκαν πιο δυνατές από τη μοίρα τους. Οργάνωσαν ολομόναχες τα χωράφια, μεγάλωσαν τη νέα γενιά και κατάφεραν να αναστήσουν το χωριό μέσα από τις στάχτες του.

Ως ελάχιστος φόρος τιμής και μνήμης όλων αυτών που αναφέρθηκαν φιλοτεχνήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου του 1985 το παρόν μνημείο.

Κάθε χρόνο αυτή τη μέρα δεν ζούμε απλά μια τελετή.

Δίνουμε μια σιωπηλή υπόσχεση ότι θα μείνουμε όρθιοι, ότι όλους αυτούς που χάθηκαν δεν θα τους ξεχάσομε ποτέ. Γιατί οι άνθρωποι συγχωρούνται, οι πράξεις τους όμως όχι. Για όλους εμάς η μνήμη δεν είναι εκδίκηση. Η μνήμη είναι δικαιοσύνη. Είναι αντίσταση στη λήθη. Όλα αυτά είναι δικά τους. Όλα αυτά τα φυλάμε για λογαριασμό τους. Αυτό είναι το δικό μας καθήκον.

Όχι να στεκόμαστε πάνω από το παρελθόν μόνο με θρήνο, αλλά να το κρατάμε ζωντανό, ώστε να μην επαναληφθεί ποτέ. Οι αιώνες αλλάζουν, τα όπλα γίνονται πιο εξελιγμένα και οι χάρτες ξαναγράφονται με νέες γραμμές. Όμως η ψυχή του αμάχου, εκείνου που δεν διάλεξε ποτέ τον πόλεμο, παραμένει η ίδια.

Είναι η ίδια ανάσα που κρατιέται σφιχτά στο σκοτάδι μιας σπηλιάς στην Κρήτη του ’44, ίδια με την ανάσα που κρατιέται κάτω από τον ήχο των drones στη Γάζα του σήμερα. Είναι τα ίδια μάτια που κοιτάζουν τον ουρανό, όχι για να δουν τα αστέρια, αλλά για να μαντέψουν αν ο θάνατος θα έρθει από ψηλά. Γιατί πίσω από τα γεωπολιτικά παιχνίδια και τις στρατιωτικές ιαχές, η κραυγή της μάνας που χάνει το παιδί της έχει πάντα την ίδια ακριβώς συχνότητα. Δεν έχει θρησκεία, δεν έχει πατρίδα, δεν έχει εποχή. Είναι οικουμενική, είναι αιώνια, και μας υπενθυμίζει ότι το πιο βαρύ τίμημα του πολέμου το πληρώνει πάντα, η ίδια η ανθρωπότητα.

Ελένη Τσουρουνάκη, ομιλία στην φετινή εκδήλωση Μνήμης και Τιμής στα Τσουρουνιανά

 







ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ