Η φυματίωση μπορεί να μην καταγράφει σήμερα τα δραματικά ποσοστά των περασμένων δεκαετιών, ωστόσο εξακολουθεί να αποτελεί μια υπαρκτή υγειονομική πρόκληση, ιδιαίτερα σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, σε δομές φιλοξενίας μεταναστών, αλλά και σε χώρους συγχρωτισμού όπως τα Σωφρονιστικά Καταστήματα.
Στην Κρήτη, τα περιστατικά παραμένουν σχετικά περιορισμένα, όμως οι ειδικοί τονίζουν ότι απαιτείται συνεχής επαγρύπνηση, καλύτερη πρόληψη και οργανωμένος έλεγχος προκειμένου να αποτραπούν νέες εστίες μετάδοσης της νόσου.
Ο πνευμονολόγος-φυματιολόγος, διευθυντής Πνευμονολογικής Κλινικής ΒΓΝΗ – υπεύθυνος Αντιφυματικής Μονάδας ΒΓΝΗ, κ. Μανώλης Φερδούτσης, μιλώντας στη “Νέα Κρήτη” και το neakriti.gr περιγράφει μια εικόνα σταθεροποίησης των κρουσμάτων τα τελευταία χρόνια, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η φυματίωση εξακολουθεί να εμφανίζεται κυρίως σε πληθυσμούς με δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης ή σε άτομα με σοβαρή ανοσοκαταστολή.
Ωστόσο, ειδικά για την Κρήτη, ο ίδιος αναφέρει ότι το νησί παραμένει σε χαμηλά επίπεδα καταγραφής ενεργών περιστατικών, καθώς «κάθε χρόνο δεν έχουμε παραπάνω από 20-25 νέα κρούσματα» χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το σύστημα υγείας μπορεί να εφησυχάζει, όπως επισημαίνει. Αναφερόμενος στις συνθήκες συνωστισμού στις Δομές Προσωρινής Φιλοξενίας μεταναστών αλλά και τα Σωφρονιστικά Καταστήματα, τονίζει πως οι συνθήκες ευνοούν τη μετάδοση, με αποτέλεσμα να απαιτείται διάγνωση και καλύτερος έλεγχος.
Ο κ. Φερδούτσης μιλάει για τον αγώνα που καταβάλλει καθημερινά ο ίδιος μαζί με την ομάδα του, κ. Μαρία Μιχελακάκη και κ. Τάσια Γερακιανάκη, επισκέπτριες Υγείας, στον αγώνα της διάγνωσης αλλά και της πρόληψης.
Τι κατέγραψαν τα αποτελέσματα στις φυλακές Αλικαρνασσού
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αποτελέσματα των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν στις φυλακές Αλικαρνασσού στα τέλη Απριλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία, από τους 253 κρατούμενους που εξετάστηκαν, 36 άτομα βρέθηκαν θετικοί στη δοκιμασία Mantoux (Mantoux test), εκ των οποίων 23 είναι Έλληνες και 13 αλλοδαποί.
Όπως επεξηγεί ο κ. Φερδούρτσης η θετικότητα στο Mantoux δεν σημαίνει απαραίτητα ενεργή φυματίωση, αλλά υποδηλώνει ότι τα άτομα αυτά έχουν έρθει σε επαφή με το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης ή έχουν αναπτύξει λανθάνουσα μορφή της νόσου. Οι κρατούμενοι έχουν ήδη προγραμματιστεί να εξεταστούν στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο, ενώ, σύμφωνα με τους γιατρούς, έχουν ληφθεί μέτρα ώστε να περιοριστεί η επαφή τους με τον υπόλοιπο πληθυσμό των φυλακών μέχρι να ολοκληρωθεί ο έλεγχος.
Παράλληλα υπογραμμίζει ότι υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός ατόμων με λανθάνουσα φυματίωση, δηλαδή ανθρώπων που έχουν εκτεθεί στο μικρόβιο χωρίς να έχουν νοσήσει ενεργά, ενώ όπως επεξηγεί οι περιπτώσεις αυτές παρακολουθούνται στενά, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ασθενείς που λαμβάνουν βιολογικές θεραπείες ή πάσχουν από χρόνια νοσήματα.
Όπως επισημαίνει ο ίδιος, «υπάρχουν πάρα πολλά τέτοια περιστατικά, τα οποία πλέον εντοπίζουμε πιο εύκολα, καθώς πραγματοποιούμε συστηματικούς ελέγχους σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών. Πρόκειται κυρίως για άτομα με γαστρεντερολογικά ή ρευματολογικά νοσήματα, καθώς και για ογκολογικούς ασθενείς, οι οποίοι λαμβάνουν βιολογικούς παράγοντες. Στους ασθενείς αυτούς ελέγχουμε αν υπάρχει λανθάνουσα φυματίωση, καθώς τα συγκεκριμένα φάρμακα μπορούν να ευνοήσουν την ενεργοποίηση της νόσου».
Τα θεραπευτικά πρωτόκολλα
Όπως εξηγεί ο κ. Φερδούτσης, η θεραπευτική αντιμετώπιση εξαρτάται από το αν πρόκειται για λανθάνουσα ή ενεργή φυματίωση.
Για τη λανθάνουσα μορφή εφαρμόζονται συνήθως τετράμηνα ή εξάμηνα σχήματα με διπλή αντιφυματική αγωγή, ενώ στις ενεργές μορφές ακολουθείται τετραπλή θεραπεία με σταδιακή αποκλιμάκωση, με τον ίδιο να σημειώνει ότι ορισμένες μορφές, όπως η οστική ή η οφθαλμική φυματίωση, απαιτούν θεραπεία έως και ενός έτους. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον έλεγχο της ανθεκτικότητας στα φάρμακα, ειδικά σε περιπτώσεις ασθενών που έχουν διακόψει παλαιότερα τη θεραπεία τους.
Ο ίδιος μάλιστα τόνισε χαρακτηριστικά πως «πάντα παρακολουθούμε την ανθεκτικότητα, καθώς οι ασθενείς μπορεί να αναπτύξουν αντοχή στα φάρμακα. Αυτό αφορά κυρίως ορισμένους ασθενείς που προέρχονται από χώρες της Ασίας ή της Αφρικής, οι οποίοι έχουν λάβει αντιφυματική αγωγή, αλλά στη συνέχεια τη διέκοψαν λόγω των συνθηκών διαβίωσής τους».
Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί και η διακοπή της θεραπείας από μετανάστες ή πρόσφυγες λόγω της μετακίνησής τους σε χώρες χωρίς προϋπάρχουσα ενημέρωση, με τον κ. Φερδούτση να σημειώνει πως πολλοί ασθενείς χάνονται στην πορεία της παρακολούθησης, είτε επειδή φοβούνται τις αρχές είτε επειδή συνεχίζουν το ταξίδι τους σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. «Στο πλαίσιο της ομάδας εργασίας, σε συνεργασία με την Πνευμονολογική Εταιρεία Αθηνών, υπάρχει συντονισμός και με χώρες της Ευρώπης και των Βαλκανίων. Συνήθως χορηγούμε ένα ενημερωτικό έντυπο σε αλλοδαπούς ασθενείς, εξηγώντας τους ότι, σε περίπτωση μετακίνησής τους, είναι σημαντικό να το διατηρούν ώστε να το επιδεικνύουν σε γιατρούς της χώρας υποδοχής. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η διακοπή της θεραπείας και μειώνεται ο κίνδυνος ανάπτυξης ανθεκτικότητας στο μέλλον», εξηγεί ο κ. Φερδούτσης.
Ο ίδιος αναφέρεται και στα άτυπα μυκοβακτηρίδια, τα οποία παρουσιάζουν αυξημένη δυσκολία στη θεραπευτική αντιμετώπιση. Όπως σημειώνει, πρόκειται για μορφές «άτυπης φυματίωσης» που εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και απαιτούν στενότερη ιατρική παρακολούθηση, με τον ίδιο να τονίζει πως οι συνθήκες διαβίωσης, η φτώχια και ο συγχρωτισμός αποτελούν βασικούς παράγοντες που ευνοούν τη μετάδοση τόσο της κλασικής όσο και της άτυπης μορφής της νόσου.
«Υπάρχει έλλειψη οργανωμένου σχεδιασμού»
Ο κ. Φερδούτσης ασκεί παράλληλα κριτική στην πολιτεία για την έλλειψη οργανωμένου σχεδίου πρόληψης και ελέγχου, ειδικά σε δομές μεταναστών, με τον ίδιο να αναφέρει πως, παρά τις επανειλημμένες εισηγήσεις της Πνευμονολογικής Εταιρείας, δεν έχει υπάρξει επαρκής ενίσχυση των αντιφυματικών μονάδων ούτε καλύτερη οργάνωση των προληπτικών ελέγχων.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «ενώ έχει ζητηθεί επανειλημμένως από τις ομάδες εργασίας της Πνευμονολογικής Εταιρείας που ασχολούμαστε με τη φυματίωση, όχι μόνο τώρα αλλά και στο παρελθόν, να υπάρχει από το υπουργείο πιο καλή οργάνωση και υποστήριξη όσον αφορά τη φυματίωση ιδιαίτερα στις δομές μεταναστών, αυτό δεν υπάρχει».
«Η φυματίωση δεν αποτελεί κίνδυνο»
Παρά τις αδυναμίες του συστήματος, οι ειδικοί εμφανίζονται καθησυχαστικοί ως προς τον γενικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Όπως εξηγεί ο κ. Φερδούτσης, οι συνθήκες διαβίωσης του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού στην Ελλάδα δεν ευνοούν μαζική εξάπλωση της νόσου, ωστόσο ο κίνδυνος μετάδοσης σε ευάλωτους ανθρώπους εξακολουθεί να υπάρχει, ιδιαίτερα όταν δεν γίνεται έγκαιρη διάγνωση ή όταν ασθενείς παραμένουν αθεράπευτοι.
Σε σχετική ερώτηση για το εάν η φυματίωση θα μπορούσε να αποτελέσει κίνδυνο για τη Δημόσια Υγεία εμφανίζεται καθησυχαστικός: «Κίνδυνο, δεν θα το έλεγα. Δεν είναι κάτι επικίνδυνο διότι οι συνθήκες διαβίωσης του μέσου πολίτη είναι ικανοποιητικές», τονίζει, συμπληρώνοντας όμως ότι απαιτείται «διάγνωση και καλύτερος έλεγχος στους μετανάστες» και τούτο διότι «η πληθώρα των κρουσμάτων είναι από εκεί».
Η μετάδοση της νόσου και τα συμπτώματα
«Η φυματίωση κολλάει με τα σταγονίδια. Γι’ αυτό και όταν το άτομο είναι σε ανοσοκαταστολή είναι πιο ευάλωτο», εξηγεί ο πνευμονολόγος, επισημαίνοντας ότι περιοχές όπου παρατηρούνται συνθήκες συγχρωτισμού και κακής υγιεινής απαιτούν μεγαλύτερη προσοχή από τις υγειονομικές αρχές.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει την Ιεράπετρα και τις περιοχές με θερμοκήπια, όπου πολλοί εργάτες γης διαμένουν κάτω από δύσκολες συνθήκες.
Τα συμπτώματα της φυματίωσης δεν είναι πάντα ξεκάθαρα, γεγονός που καθιστά δύσκολη την έγκαιρη διάγνωση. Ο επίμονος βήχας, η αδυναμία, η απώλεια βάρους, οι βλεννώδεις εκκρίσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις η αιμόπτυση είναι τα συχνότερα σημάδια που κινητοποιούν τους γιατρούς. Η ακτινογραφία θώρακος και το αναλυτικό ιστορικό του ασθενούς παραμένουν τα βασικά εργαλεία διάγνωσης.
ΠΗΓΗ: neakriti.gr
















