ΑΓΡΟΤΙΚΑ

Μείωση παραγωγής κατά 170.000 τόνους αναμένεται για τους ελληνικούς ελαιώνες το 2024

Πρόσφατη έρευνα της Aemo, έδειξε ότι το κόστος παραγωγής ελαιολάδου διπλασιάστηκε στην Ισπανία μεταξύ 2020 και 2023, με την τιμή του ενός κιλού να αυξάνεται από τα 3.20 ευρώ σε 6.22 ευρώ. Η κατάσταση δεν είναι πολύ καλύτερη στην Ιταλία, την Ελλάδα και πέραν αυτής.

Η ελαιοκαλλιέργεια αντιμετώπισε προκλήσεις και δύσκολες συνθήκες τα τελευταία δύο χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο”, είπε η Στέλλα Θεοδοσίου, αναπληρώτρια διευθύντρια του ΣΕΒΙΤΕΛ (Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποιήσεως Ελαιολάδου). ”Αυτές οι προκλήσεις έχουν μεταφερθεί σε όλους τους κόμβους της αλυσίδας παραγωγής”. ”Στη μετά τον Covid εποχή, όλοι έχουμε κληθεί να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία, με το ενεργειακό κόστος να εκτοξεύεται”, πρόσθεσε.

Στην τελευταία ενημέρωση για το κόστος παραγωγής της ελιάς, η Ισπανική Ένωση Δήμων Ελαιολάδου (Aemo) προειδοποίησε για τις σημαντικές επιπτώσεις, της σημαντικά μειωμένης παραγωγής ελαιολάδου, στο εισόδημα του κλάδου. Σύμφωνα μάλιστα με την ένωση, το αυξανόμενο κόστος οφείλεται στην πτώση της παραγωγής και στην αύξηση του κόστους των εισροών. Για παράδειγμα, τα λιπάσματα και τα φυτοϋγειονομικά προϊόντα κοστίζουν 70% περισσότερο από ό,τι πριν από τρία χρόνια. Εν τω μεταξύ, οι τιμές της ενέργειας αυξήθηκαν κατά 40%, ενώ οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 9%.

Το κόστος παραγωγής για ελαιώνες υψηλής πυκνότητας (εντατικούς) ή υπερύψηλης πυκνότητας (υπερεντατικούς) παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από αυτό που αναφέρεται σε παραδοσιακούς ελαιώνες, εν μέρει λόγω μηχανοποίησης. Ωστόσο, το κόστος έχει αυξηθεί σημαντικά σε ολόκληρο τον τομέα τα τελευταία χρόνια.

Σύμφωνα με το Ιταλικό Ινστιτούτο Υπηρεσιών για την Αγορά Γεωργίας και Τροφίμων (Ismea), το κόστος παραγωγής ελαιολάδου στην Ιταλία παραμένει επίσης υψηλό το τρέχον έτος. Στην τελευταία έκθεσή της, η Ismea σημείωσε πώς οι εισαγωγές έξτρα παρθένου ελαιολάδου, καθοριστικής σημασίας για τον ιταλικό τομέα, μειώθηκαν σε όγκο κατά 25% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, η αξία τους αυξήθηκε κατά 19%, τονίζοντας την αύξηση των τιμών του εμπορίου της ελιάς και τον αντίκτυπό τους στο λειτουργικό κόστος των παραγωγών και των εμφιαλωτών.

Η πτώση της παραγωγής που αναφέρθηκε σε αρκετές χώρες έχει ωθήσει τις τιμές των πρώτων υλών σε άνοδο από την προηγούμενη σεζόν, προκαλώντας περαιτέρω αβεβαιότητα τόσο στους παραγωγούς, όσο και στους εισαγωγείς και στους εξαγωγείς.

Σύμφωνα με τον Gennaro Sicolo, πρόεδρο την ένωσης παραγωγών Italia Olivicola, την πτώση της παραγωγής αντιμετωπίζει ολόκληρη η λεκάνη της Μεσογείου – ειδικά στην Ισπανία, Πορτογαλία, Μαρόκο και Τυνησία – και είναι ο κύριος λόγος για τόσο χαμηλές αποδόσεις. ”Αυτό σημαίνει ότι οι Ιταλοί παραγωγοί δεν μπορούν να στραφούν σε αυτές τις χώρες για να αγοράσουν το προϊόν”, είπε.

Επιπλέον, πρέπει επίσης να εξετάσουμε τις εργασίες άλεσης, οι οποίες, όπως γνωρίζουμε, απαιτούν μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας», πρόσθεσε ο Sicolo. “Μιλώντας για νούμερα, είχαμε πέρυσι τιμές 25 € ανά 100 κιλά. Σήμερα, η τιμή αυτή σκαρφαλώνει εύκολα μεταξύ των 27 και 30 ευρώ”.

Η κ. Θεοδοσίου συμφώνησε. ”Το κόστος της μεταφοράς, της συσκευασίας, της λειτουργίας των ελαιοτριβείων και των βιομηχανιών επεξεργασίας ελαιολάδου έχει αυξηθεί”, είπε. Πρόσθεσε επίσης, ότι ο κλάδος έχει πληγεί από την αύξηση των επιτοκίων και του κόστους εργασίας.

Ενώ η Ελλάδα είχε καλή συγκομιδή την προηγούμενη σεζόν, η παραγωγή την καλλιεργητική περίοδο 2023/24 αναμένεται να μειωθεί σημαντικά.

Η Ελλάδα έπρεπε να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής”, είπε η Θεοδοσίου. ”Ως εκ τούτου, οι ελληνικοί ελαιώνες αναμένεται να παρουσιάσουν μείωση περίπου 170,000 τόνων”.

Σύμφωνα με την αναπληρώτρια διευθύντρια του ΣΕΒΙΤΕΛ, η Ελλάδα αντιμετωπίζει πλέον έναν κίνδυνο ντόμινο στην αγορά ελαιολάδου, καθώς οι καταναλωτές τείνουν να ξοδεύουν λιγότερα σε προϊόντα υψηλής τιμής, ακριβώς τη στιγμή που οι παραγωγοί ελαιολάδου χρειάζονται περισσότερες πωλήσεις για να καλύψουν το λειτουργικό κόστος.

Οι επιχειρήσεις τυποποίησης και επώνυμων εταιρειών εξαγωγής ελαιολάδου διαχειρίζονται τις αγορές πρώτων υλών τους σταδιακά ανάλογα με τη ζήτηση, από την αρχή κάθε καλλιεργητικής χρονιάς, τον Νοέμβριο, μέχρι τις αρχές του επόμενου, τον Οκτώβριο”, είπε η Θεοδοσίου.”Ο κλάδος λειτουργεί σύμφωνα με το αυστηρό πλαίσιο της εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας», πρόσθεσε. ‘‘Κατά συνέπεια, η τελική τιμή κάθε επώνυμου ελαιολάδου εξαρτάται άμεσα από το κόστος της πρώτης ύλης”. ”Η μεγαλύτερη πρόκληση των εταιρειών τυποποίησης ελαιολάδου είναι να διατηρήσουν τις ποσοστώσεις τους στην εγχώρια και διεθνή αγορά”, κατέληξε. ”Οποιαδήποτε περαιτέρω μείωση στην κατανάλωση ελαιολάδου θα είναι δυσλειτουργική για όλους τους κρίκους της αλυσίδας”.

Πηγή – elaiaskarpos.gr



ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ