Τα πιο παρεξηγημένα χόρτα της Ελληνικής κουζίνας; Ίσως. Τα βλίτα (ή βλήτα, τα προτιμώ με -ι) συνδέθηκαν για αιώνες με τη φτώχεια, την ευτέλεια και την εικόνα του ταπεινού φαγητού – τόσο πολύ, ώστε το όνομά τους να γίνει συνώνυμο της ανοησίας. Κι όμως, το φυτό που κατέληξε να σημαίνει «χαζός άνθρωπος» είναι εδώ και πολλές γενιές ένα πολύτιμο δώρο του καλοκαιριού : φυτρώνει παντού, δεν απαιτεί καλλιέργεια και προσφέρει τροφή την εποχή που τα άλλα χόρτα εξαφανίζονται από τη ζέστη. Κάπου διάβαζα ότι «τα βλίτα επιστρέφουν» ή ότι είναι «ξεχασμένα τρόφιμα που ανακαλύπτει ξανά η σύγχρονη γαστρονομία», αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν χάθηκαν ποτέ από το καλοκαιρινό ελληνικό τραπέζι. Σχεδόν κάθε σπίτι είχε τα δικά του βλίτα, σπαρμένα ή άγρια (γιατί είναι μέγα ζιζάνιο), φύτρωναν ακόμα και στο πιο μικρό περιβολάκι, δίπλα στη βρύση της αυλής, τα έβρισκες στον μανάβη ή στη λαϊκή σχεδόν μέχρι το φθινόπωρο. Ακόμα τα βρίσκεις καλλιεργημένα ή άγρια παντού.
Η λέξη βλίτο έρχεται κατευθείαν από την αρχαιότητα, βλίτον το έλεγαν και οι αρχαίοι Έλληνες. Το βοτανικό όνομά του είναι Amaranthus blitum.
Φαίνεται ότι οι αρχαίοι δεν είχαν τα βλίτα και σε μεγάλη εκτίμηση, παρότι τα είχαν στη διατροφή τους. Ενδεικτικά της γνώμης τους είναι τα παράγωγα και σύνθετα υβριστικά ονόματα από τη λέξη βλίτο: «βλιτάς, βλίτων, βλιτομάμμας (χαζός, μαμόθρευτος)». Τις λέξεις αυτές χρησιμοποιεί στα έργα του ο Αριστοφάνης, που παρομοιάζει τους ανόητους με τα βλίτα. Από εκεί έχει προκύψει και ο σημερινός υποτιμητικός χαρακτηρισμός «βλίτο» για κάποιον που δεν είναι και ιδιαίτερα έξυπνος. Σύμφωνα με το slang.gr: «Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σχετικά ήπιος, δεν θεωρείται ιδιαίτερα προσβλητικός και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμα και φιλικά ή χαριτολογώντας».
Ο Νικόλαος Πολίτης καταγράφει την παροιμία: «Ανάθεμα τα βλίτα κι όπου τα κάνει πίτα / κι όπου τα μαγειρεύει παντρειά να μη γυρεύει». Η σημασία ήταν σαφής: η γυναίκα που θα έφτιαχνε πίτα με βλίτα θεωρούνταν τόσο φτωχή μαγείρισσα ή τόσο χαμηλής κοινωνικής θέσης, ώστε δεν θα μπορούσε να βρει σύζυγο. Ο ίδιος ο Πολίτης γράφει: «Τα βλίτα είναι ευτελές έδεσμα και ήκιστα (δηλαδή καθόλου) κατάλληλον προς κατασκευήν πίττας, διότι είναι υποδεέστερον του σπανακίου και της γλυκείας κολοκύνθης, εξ ων κατασκευάζονται η σπανακόπιττα και η κολοκυθόπιττα». Ακόμη πιο σκληρή είναι η παροιμία: «Όμορφα σκατά είν’ τα βλίτα που τα κάνουνε και πίτα» – η αποθέωση του πολιτικά ανορθόδοξου χιούμορ της παλιάς προφορικής παράδοσης.
Η κακή φήμη των βλίτων πιθανότατα συνδέεται με την εποχή που τα έτρωγαν, μεσοκαλόκαιρο, όταν γίνονταν βασικό φαγητό από ανάγκη – και όχι συνοδευτικό όπως είναι σήμερα για κρέας ή για ψάρι: ήταν ένα φυτό που φύτρωνε εύκολα, δεν κόστιζε τίποτα και μπορούσε να θρέψει μια οικογένεια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η εξήγηση του Νικόλαου Πολίτη για τη φράση «έφαγε βλίτα», που χρησιμοποιείται όταν κάποιος δεν αντιλαμβάνεται σωστά μια κατάσταση ή πιστεύει πράγματα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ο μύθος που καταγράφει θέλει έναν άντρα να πιάνει τη γυναίκα του με τον εραστή της. Μια γριά γειτόνισσα και φίλη της γυναίκας, όταν μαθαίνει τι έχει συμβεί, προσπαθεί να τον κάνει να πιστέψει ότι δεν είδε αυτό που νόμιζε πως είδε. Πηγαίνει λοιπόν στο σπίτι τους και αρχίζει να μιλάει σε ένα τρίτο πρόσωπο που δεν υπάρχει. Ο άντρας απορημένος τη ρωτά: «Σε ποιον μιλάς; Δεν βλέπω άλλον στο δωμάτιο». Και τότε η γριά απαντά: «Δεν υπάρχει άλλος; Μάλλον μου δημιουργούν παραισθήσεις τα βλίτα. Κι εσύ βλίτα δεν είχες φάει χθες;». Σύμφωνα με την παλιά αντίληψη, όποιος έτρωγε βλίτα μπορούσε να πάθει παραισθήσεις και να βλέπει πράγματα που δεν υπήρχαν. Από αυτόν τον μύθο προέκυψε και η κωμωδία του Δημητρίου Κορομηλά «Έφαγες βλίτα», ενώ ένας παρόμοιος μύθος υπάρχει και στο «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου, με μια μαγεμένη αχλαδιά που κάνει τους ανθρώπους να βλέπουν ανύπαρκτα πράγματα.
Η πρόληψη αυτή δεν εμφανίστηκε εντελώς τυχαία. Υπήρχε η αντίληψη ότι ένα είδος άγριου βλίτου, αν καταναλωνόταν σε μεγάλες ποσότητες, μπορούσε να προκαλέσει παροδική θόλωση της αντίληψης. Από εκεί προέρχεται πιθανότατα και η φράση «δεν τρώω κουτόχορτο», που ουσιαστικά σημαίνει: δεν είμαι αφελής, δεν με ξεγελάς. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι τα βλίτα που τρώμε σήμερα είναι επικίνδυνα. Αυτά που βρίσκουμε στις λαϊκές αγορές και στα μανάβικα είναι καλλιεργημένα και δεν έχουν σχέση με τις άγριες ποικιλίες που φυτρώνουν ανεξέλεγκτα το καλοκαίρι, ακόμη και σε γλάστρες και ακαλλιέργητα σημεία. Το βλίτο ανήκει στο γένος Amaranthus, μια μεγάλη οικογένεια φυτών που απαντάται σε ολόκληρο τον κόσμο. Ανάμεσα στα συγγενικά του είδη υπάρχουν φυτά που καλλιεργούνται για τους σπόρους τους, όπως ο αμάρανθος, ένα από τα λεγόμενα «αρχαία δημητριακά», που επιστρέφουν τα τελευταία χρόνια στη διατροφή λόγω της θρεπτικής τους αξίας.
«Το καλοκαίρι, καθώς δεν φυτρώνουν άγρια χόρτα στα καμένα από το λιοπύρι βουνά και χωράφια, απολαμβάνουμε τα βλίτα, τα πιο αγαπημένα μας καλλιεργημένα χόρτα», έγραφε η αείμνηστη Αγλαΐα Κρεμέζη σε ένα άρθρο της στο «Gourmet» της «Ελευθεροτυπίας». «Και δεν είμαστε οι μόνοι. Και οι Κινέζοι τρώνε μια πλειάδα χόρτα, που θα ξεκίνησαν άγρια, όμως τώρα καλλιεργούνται στα περιβόλια. Ανάμεσά τους και δυο τρεις ποικιλίες βλίτα, με πράσινα αλλά και κατακόκκινα φύλλα. Οι Ίνκας, οι ιθαγενείς κάτοικοι της Αμερικής, έτρωγαν και αυτοί κορφάδες βλίτα, καθώς και τους μικρούς μαύρους σπόρους από τα βλίτα (amaranth). Οι σπόροι αυτοί έχουν γίνει πάλι της μόδας και θα τους βρείτε να πουλιούνται στα μαγαζιά με υγιεινές τροφές. Μάλιστα, οι Αμερικανοί ανθρωπολόγοι πίστευαν, μέχρι πρόσφατα, ότι τα βλίτα ήρθαν στην Ευρώπη με τον Κολόμβο, όπως οι ντομάτες. Όμως, τα καλοκαιρινά μας χόρτα αναφέρονται και στους αρχαίους συγγραφείς, οι οποίοι γράφουν ακόμα ότι με πολτό από τα φύλλα τους έκαναν θεραπευτικές πομάδες, ενώ τους σπόρους των βλίτων χρησιμοποιούσαν σαν κριτσανιστό καρύκευμα.
ΠΗΓΗ: lifo.gr

















