Νομός Χανίων ΠΟΛΙΤΙΚΗ Ρετρό

Η εντυπωσιακή απόδραση του Σήφη Βαλυράκη από τις φυλακές της Κέρκυρας τον Μάιο του 1972

“Ουδέν ίχνος μέχρι στιγμής από τον Ιωσήφ Βαλυράκη, τον νεαρό πολιτικό κατάδικο, ο οποίος τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου απέδρασε κατά μυθιστορηματικό τρόπο από τις φυλακές της Κέρκυρας όπου εκρατείτο”.

Μάιος 1972. Για τις εφημερίδες που κυκλοφορούν το θέμα είναι “καυτό”. Το καθεστώς των συνταγματαρχών έχει επιβληθεί διά της τρομοκρατίας. Στις φυλακές οι πολιτικοί κρατούμενοι… απολαμβάνουν του σεβασμού των ποινικών και ονειρεύονται την πτώση της δικτατορίας. Οι πιο ζωηροί ανυπομονούν να δράσουν και πάλι ελεύθεροι. Κάνουν σχέδια για αποδράσεις. Κάποιοι συμβάλλουν μόνο στον σχεδιασμό. Διστάζουν να λάβουν μέρος στην υλοποίηση, προσπαθούν να συγκρατήσουν τους τολμηρούς… Οι οποίοι, αν και επιθυμούν διακαώς να σπάσουν τα δεσμά, δεν διανοούνται να δολοφονήσουν τους δεσμώτες. Άλλωστε δεν οπλοφορούν…

Ιανουάριος 1972. Ο Σήφης Βαλυράκης, μετέπειτα βουλευτής Χανίων του ΠΑΣΟΚ, γιος του βουλευτή της Ένωσης Κέντρου Γιάννη Βαλυράκη, καταδικάζεται από το Έκτακτο Στρατοδικείο σε ποινή κάθειρξης επτά ετών.

“Δεν αναγνωρίζω το δικτατορικό καθεστώς, παλεύω για την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας. Αισθάνομαι αιχμάλωτος με υποχρέωση να δραπετεύσω. Αφιερώνω τη σκέψη και τον χρόνο μου σ’ αυτό. Είμαι ήδη με τη σκέψη μου ελεύθερος”.
Οδηγείται στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου αρχίζει να προετοιμάζει την απόδρασή του. Σιγά – σιγά καταφέρνει να ανοίξει μια τρύπα στο κελί του, πίσω ακριβώς από τον νιπτήρα. Περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιήσει το όνειρό του, όταν η μεταφορά του στις φυλακές της Κέρκυρας, ματαιώνει τα σχέδιά του. Δεν απογοητεύεται. Στο σωληνάριο της οδοντόκρεμας κρύβει τα πριονάκια χρυσοχοΐας, στα οποία εναποθέτει όλες του τις ελπίδες. Οι φυλακές της Κέρκυρας, φρούριο μεσαιωνικό. Η παρέα καλή, θυμάται ο Σήφης Βαλυράκης: Ν. Κωνσταντόπουλος, Ν. Καλούδης, Χρ. Μίσιος, Β. Φίλιας και ο δικαστής Αντ. Μιχαλακέας.

Το σχέδιο της απόδρασης

“Χρειάστηκε μια μόνο ματιά με τον Μπάμπη Γεωργακάκη για να συνεννοηθούμε. Δεν θα μείνουμε εδώ, θα φύγουμε μαζί”. Αμέσως αρχίζουν οι προετοιμασίες. Οι δύο συγκρατούμενοι κατασκευάζουν μια ξύλινη λυόμενη σκάλα από τα ξύλα του κρεβατιού και στη συνέχεια επιχειρούν να υλοποιήσουν το δεύτερο μέρος του σχεδίου. Οπλισμένοι με υπομονή, αλλά και δίψα για ελευθερία, πριονίζουν με προσοχή τα χοντρά κάγκελα των κελιών τους.

Τη νύχτα το πριόνισμα είναι απαγορευτικό. Η ησυχία που επικρατεί δεν επιτρέπει θορύβους. “Αντιβοούσε όλη η φυλακή” είχε πει ο αείμνηστος Γιάννης Κλωνιζάκης, που φυλούσε τσίλιες.
Αναγκαστικά η δουλειά γίνεται την ημέρα. Λαμβάνονται όλες οι προφυλάξεις, αλλά τα πριονάκια προδίδουν τους επίδοξους δραπέτες. Το ένα μετά το άλλο σπάνε. Επιστρατεύεται το ξυλοπρίονο της φυλακής, που κι αυτό γρήγορα μένει χωρίς δόντια. Ωστόσο η τομή έχει προχωρήσει. Και για να μη γίνει αντιληπτή καλύπτεται με τσίχλα που χρωματίζεται με νεσκαφέ για να παίρνει το χρώμα της σκουριάς. Καθημερινή αγωνία ο έλεγχος του φύλακα που χτυπάει τα κάγκελα μ’ ένα τεράστιο κλειδί προκειμένου να ανιχνεύσει την παραμικρή διαφορά ήχου.

Η ώρα έφτασε

Η άνοιξη έχει μπει για τα καλά. Είναι μέσα Μαΐου του ’72. Ένα ζεστό μεσημέρι τα κάγκελα επιτέλους κόβονται. Χαρά και προβληματισμός. Οι συγκρατούμενοι που έχαιραν της απόλυτης εμπιστοσύνης των Βαλυράκη και Γεωργακάκη ενημερώνονται. Κάποιοι διατυπώνουν επιφυλάξεις. Αν αποτύχει η απόπειρα τι θα γίνει; Μήπως επιδεινωθούν οι συνθήκες κράτησης; Η άποψη που επικρατεί για το εγχείρημα είναι μάλλον αποθαρρυντική.

Νύχτα της 19ης Μαΐου 1972 οι δύο συγκρατούμενοι είναι έτοιμοι για τη μεγάλη απόδραση. Στα κρεβάτια τους… κοιμούνται δύο ομοιώματα. «Νάτος, νάτος, πυροβόλησέ τον».

Ο δεσμοφύλακας αντιλαμβάνεται τις κινήσεις δύο ατόμων και προτρέπει τον ένοπλο αστυνομικό φρουρό να «ρίξει». Ο προβολέας πέφτει πάνω τους. Έχουν ήδη ληφθεί έκτακτα μέτρα, καθώς την ημέρα εκείνη έχει αποδράσει ένας άλλος πολιτικός κρατούμενος από τις φυλακές Αλικαρνασσού και ένας ποινικός από το Νοσοκομείο της Κέρκυρας.
Ο Σήφης Βαλυράκης βρίσκεται στον εξωτερικό τοίχο σε ύψος 8 μέτρων και ο Γεωργακάκης στα κεραμίδια της Κ’ ακτίνας. Ο πρώτος κρεμιέται από το καλώδιο του ΟΤΕ και πέφτει μαλακά στο έδαφος. Ο δεύτερος, πηδάει για να αποφύγει τον πυροβολισμό, σπάει το πόδι του και ακινητοποιείται. Συλλαμβάνεται, αλλά δεν μιλάει. Οι φύλακες, που δεν έχουν διαπιστώσει απουσία από τα κελιά, απορούν γιατί κάποιοι (οι δύο δραπέτες δηλαδή) επιχείρησαν να μπουν στη φυλακή.
Άλλωστε τα κομμένα κάγκελα έχουν επανατοποθετηθεί πρόχειρα και προς το παρόν τίποτε δεν προδίδει απόδραση.

Κολυμπώντας στην Αλβανία

Επί τρεις ημέρες ο Σήφης Βαλυράκης περιπλανιέται στο όρος Παντοκράτορας του νησιού. Όλες οι δυνάμεις ­ Στρατός, Αστυνομία, ελικόπτερα, αεροπλάνα ­έχουν κινητοποιηθεί για τον εντοπισμό του. Βλέπει πως δεν μπορεί να μείνει άλλο εκεί. Αργά ή γρήγορα θα συλληφθεί. Και παίρνει άλλη μια μεγάλη απόφαση. Τη νύχτα της 22ας Μαΐου πέφτει στη θάλασσα με προορισμό την Αλβανία. Διασχίζει
κολυμπώντας το στενό που μεσολαβεί μεταξύ Κέρκυρας και Αλβανίας, όπου τα ρεύματα είναι ισχυρά. Αγωνίζεται να βγει στη στεριά και τελικά τα καταφέρνει.
Δεν τον υποδέχεται όμως η πολυπόθητη ελευθερία. Συλλαμβάνεται και
καταδικάζεται από Λαϊκό Δικαστήριο του Εμβέρ Χότζα σε τρία χρόνια φυλάκιση για παράνομη είσοδο στη χώρα. Οδηγείται σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων, όπου επί 18 μήνες «πληρώνει» ακριβά το τολμηρό πήδημα από το κελί των Φυλακών της Κέρκυρας.

Η απελευθέρωση

Η απελευθέρωσή του Βαλυράκη εξασφαλίζεται με τη μεσολάβηση του Ανδρέα Παπανδρέου και άλλων σημαντικών πολιτικών προσώπων. Στο αεροδρόμιο Φιουμιτσίνο της Ρώμης τον υποδέχονται, εκτός του μετέπειτα ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, η Αμαλία Φλέμιγκ και ο Αλέκος Παναγούλης, του οποίου η απόδραση ­ όπως και του Νίκου Ζαμπέλη ­ είχε προηγηθεί.

Δεν ήταν η πρώτη απόδραση
Η περιπετειώδης αναζήτηση της ελευθερίας είχε ξεκινήσει για τον Σήφη Βαλυράκη από τον Αύγουστο του 1971. Κρατούμενος τότε στο κολαστήριο του ΕΑΤ – ΕΣΑ επιζητεί τη λύτρωση.
Μια νύχτα βραχυκυκλώνει την ηλεκτρική εγκατάσταση με μια φουρκέτα των μαλλιών και σβήνουν έτσι τα φώτα του κελιού του. Με μοχλό το πόδι του ξύλινου τραπεζιού βγάζει το σιδερένιο πλέγμα του κελιού του και γλιστράει στην αυλή του στρατοπέδου. Περνάει ανάμεσα από τους άνδρες της Στρατιωτικής Αστυνομίας προς τις τουαλέτες και από εκεί στο προαύλιο του Ναυτικού Νοσοκομείου. Ο πρώτος και μοναδικός δραπέτης του ΕΑΤ – ΕΣΑ πρέπει να συλληφθεί πάραυτα!
Όλες οι δυνάμεις αναζητούν τα ίχνη του. Προς άγραν πληροφοριών βασανίζονται «ύποπτοι», αλλά επί δεκαπέντε ημέρες ο Βαλυράκης παραμένει άφαντος.
Συλλαμβάνεται τελικά στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα, πάνω στη σκεπή της αμαξοστοιχίας «Ακρόπολις». Επιστροφή στο ΕΑΤ – ΕΣΑ… Τα παράθυρα χτίζονται, ο κρατούμενος φοράει χειροπέδες και παραμένει σ’ ένα άδειο από έπιπλα κελί. Ώσπου μεταφέρεται, σε άθλια κατάσταση, στις Φυλακές Κορυδαλλού, εν αναμονή της δίκης του και της επόμενης απόδρασής του, εννιά μήνες αργότερα.