Η Κρήτη έχει δύο ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα: μια πλούσια αγροτική παραγωγή και έναν τουρισμό εκατομμυρίων επισκεπτών. Κι όμως, αυτά τα δύο πλεονεκτήματα δεν έχουν συνδεθεί στον βαθμό που θα μπορούσαν, ώστε να δημιουργούν σταθερότερο εισόδημα για τους ανθρώπους της παραγωγής.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το κρητικό ελαιόλαδο. Με ετήσια παραγωγή που, ανάλογα με τη χρονιά, μπορεί να κυμαίνεται περίπου μεταξύ 80.000 και 100.000 τόνων, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προϊόντα του τόπου μας, συνδεδεμένο με την ποιότητα, τη διατροφή και την ταυτότητα της Κρήτης.
Την ίδια στιγμή, ο τουρισμός δημιουργεί μια τεράστια οικονομική δραστηριότητα στο νησί. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Βιώσιμης Τουριστικής Ανάπτυξης Κρήτης της Περιφέρειας Κρήτης (crete.gsto.gr), το 2025 ηΚρήτηκατέγραψε 6,35 εκατομμύριατουριστικέςεπισκέψεις, ενώοιταξιδιωτικέςεισπράξειςανήλθανσεπερίπου 4,3 δισεκατομμύριαευρώ.
Τα μεγέθη αυτά αναδεικνύουν τη δυναμική του τουρισμού και θέτουν ένα ουσιαστικό ερώτημα: πόσο μεγαλύτερο μέρος αυτής της οικονομικής δραστηριότητας μπορεί να επιστρέφει στην τοπική παραγωγή και, κυρίως, να μετατρέπεται σε πραγματικό εισόδημα για τον παραγωγό;
Δεν αρκεί, λοιπόν, να μετράμε πόσοι επισκέπτες έρχονται στην Κρήτη ή πόσα χρήματα δαπανούν συνολικά. Χρειάζεται να εξετάσουμε και το αποτύπωμα που αφήνει αυτή η δραστηριότητα στην τοπική οικονομία, στους αγρότες και στους συνεταιρισμούς μας.
Πόσο κρητικό ελαιόλαδο καταναλώνεται σήμερα στα ξενοδοχεία και στην εστίαση του νησιού; Τι ποσοστό των αναγκών τους καλύπτεται από τοπικούς παραγωγούς και συνεταιρισμούς; Πώς μπορούν να διαμορφωθούν αμοιβαία επωφελείς συνεργασίεςμεταξύ παραγωγών και τουριστικών επιχειρήσεων;
Για τα ερωτήματα αυτά χρειάζεται συστηματική καταγραφή και τεκμηριωμένη εικόνα της αγοράς. Όχι για να αναζητήσουμε ευθύνες, αλλά για να εντοπίσουμε τις δυνατότητες που υπάρχουν και να σχεδιάσουμε πρακτικές λύσεις.
Η σύνδεση του πρωτογενούς τομέα με τον τουρισμό δεν μπορεί να παραμένει μια ωραία ιδέα. Πρέπει να γίνει οργανωμένη συνεργασία με συγκεκριμένους στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και οι επιχειρήσεις φιλοξενίας μπορούν να αποτελέσουν σταθερούς συνεργάτες της κρητικής παραγωγής. Το τοπικό ελαιόλαδο μπορεί να έχει ουσιαστική παρουσία στα τραπέζια, στα πρωινά και στις γαστρονομικές εμπειρίες που προσφέρουν στους επισκέπτες. Μπορεί, επίσης, να διατίθεται ως επώνυμο προϊόν, με σαφή προέλευση και ποιότητα, ώστε ο επισκέπτης να έχει τη δυνατότητα να το γνωρίσει, να το εκτιμήσει και να το αναζητήσει και μετά την αναχώρησή του από την Κρήτη.
Για να συμβεί αυτό, χρειάζονται οργανωμένες συμφωνίες μεταξύ παραγωγών, συνεταιρισμών και τουριστικών επιχειρήσεων. Συμφωνίες που θα εξασφαλίζουν επαρκείς ποσότητες, σταθερή ποιότητα, συνέπεια στις παραδόσεις και ξεκάθαρους εμπορικούς όρους.
Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Συγκεντρώνοντας την παραγωγή, διασφαλίζοντας την τυποποίηση και την ποιότητα και ενισχύοντας τη διαπραγματευτική δύναμη των παραγωγών, μπορούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για συνεργασίες με μεγαλύτερη διάρκεια και καλύτερους όρους διάθεσης.
Παράλληλα, η Περιφέρεια Κρήτης μπορεί να συμβάλει στον συντονισμό των εμπλεκόμενων φορέων, στην καταγραφή των αναγκών της αγοράς και στη διαμόρφωση ενός κοινού πλαισίου συνεργασίας. Οι παραγωγοί και οι συνεταιρισμοί χρειάζεται να οργανωθούν με κοινό προσανατολισμό, ενώ οι τουριστικές επιχειρήσεις μπορούν να εντάξουν πιο ουσιαστικά τα τοπικά προϊόντα στις προμήθειες και στις υπηρεσίες τους.
Το ζητούμενο, βέβαια, δεν είναι απλώς να πουλάμε περισσότερο ελαιόλαδο μέσα στην Κρήτη. Είναι να το διαθέτουμε με καλύτερους όρους, να ενισχύουμε την αναγνωσιμότητα και την προστιθέμενη αξία του και να διασφαλίζουμε όσο μεγαλύτερο μέρος αυτής της αξίας καταλήγει σε εκείνους που παράγουν.
Γιατί η αύξηση της κατανάλωσης τοπικών προϊόντων δεν συνεπάγεται αυτόματα και αύξηση του εισοδήματος του αγρότη. Χρειάζεται δίκαιη εμπορική σχέση, διαφάνεια και συνεργασία, ώστε η ανάπτυξη της τουριστικής αγοράς να δημιουργεί πραγματικό όφελος για τον πρωτογενή τομέα.
Η Κρήτη έχει το προϊόν, έχει την ποιότητα, έχει την αναγνωσιμότητα και έχει μια ισχυρή τουριστική αγορά. Αυτό που χρειάζεται είναι να συνδέσει πιο αποτελεσματικά αυτά τα πλεονεκτήματα, με σχέδιο, συνεργασία και συγκεκριμένες δεσμεύσεις.
Η επιτυχία του κρητικού τουρισμού δεν πρέπει να μετριέται μόνο με τις αφίξεις και τις εισπράξεις. Πρέπει να μετριέται και με το εισόδημα που δημιουργεί για τους ανθρώπους της Κρήτης, για τον αγρότη, για τον συνεταιρισμό και για την τοπική παραγωγή. Γιατί η αξία του κρητικού ελαιολάδου πρέπει να αποτυπώνεται και στο εισόδημα εκείνων που το παράγουν.

Βασίλης Κουτσαυτάκης, Πρόεδρος Αγροτικού Συνεταιρισμού Γραμπούσας




















