Στη χρονική διάρκεια του θηλασμού αποδίδονται οι αυξημένες συγκεντρώσεις απαγορευμένων φυτοφαρμάκων, όπως το DDT που εντοπίστηκε στο αίμα παιδιών από την περιοχή του Ηρακλείου, και οι οποίες είναι συγκριτικά μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες συγκεντρώσεις στο αίμα παιδιών από άλλες περιοχές της Ευρώπης.
Αυτό είναι το κύριο εύρημα της νέας μελέτης που μόλις δημοσιεύτηκε στο διεθνούς κύρους επιστημονικό περιοδικό Environment International και για την οποία συνεργάστηκαν ερευνητές της Ιατρικής Σχολής και του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Κρήτης και η ερευνητική ομάδα του δρος Αντώνη Μυριδάκη από το Imperial College London. Η συγκεκριμένη έρευνα εντάσσεται στο πλαίσιο της μελέτης «Ρέα». Πρόκειται για μία σημαντικότατη μελέτη μητέρας-παιδιού, που ξεκίνησε την περίοδο 2007-2008 στο Ηράκλειο, με στόχο την παρακολούθηση της υγείας και της ανάπτυξης των παιδιών από την εγκυμοσύνη έως και την εφηβεία, διερευνώντας πώς παράγοντες όπως το περιβάλλον, η διατροφή και ο τρόπος ζωής μπορεί να επηρεάζουν την υγεία τους τόσο στην παιδική όσο και στην ενήλικη ζωή.
Στα 19 χρόνια της μελέτης «Ρέα», έχουν γίνει περισσότερες από 200 δημοσιεύσεις σε επιστημονικά έντυπα. Στην πιο πρόσφατη εξετάστηκε η σχέση των συγκεντρώσεων απαγορευμένων φυτοφαρμάκων με τη διάρκεια του θηλασμού, τη διατροφή, τον τόπο κατοικίας και τα επίπεδα των ίδιων ουσιών στο αίμα των μητέρων κατά την εγκυμοσύνη.
Το σημαντικότερο εύρημα, μετά από 947 μετρήσεις σε παιδιά ηλικίας 4, 6,5 και 11 ετών, ήταν ότι η διάρκεια του θηλασμού παρουσίασε την ισχυρότερη συσχέτιση με τις συγκεντρώσεις των συγκεκριμένων ουσιών στο αίμα των παιδιών. Οσα παιδιά είχαν θηλάσει περισσότερο από τέσσερις μήνες εμφάνισαν περίπου 2,3 φορές υψηλότερες συγκεντρώσεις DDE και DDT και 31% υψηλότερες συγκεντρώσεις εξαχλωροβενζολίου σε σύγκριση με όσα δεν είχαν θηλάσει.
Η συσχέτιση ήταν εντονότερη στην ηλικία των 4 ετών και μειωνόταν σταδιακά στις ηλικίες των 6,5 και 11 ετών. Ωστόσο, για το DDE και το DDT παρέμενε ανιχνεύσιμη ακόμη και στην ηλικία των 11 ετών, γεγονός που συνάδει με τη μακρά παραμονή αυτών των ουσιών στον ανθρώπινο οργανισμό. Επιπλέον, η σχέση μεταξύ θηλασμού και συγκεντρώσεων εξαχλωροβενζολίου ήταν ισχυρότερη όταν οι μητέρες είχαν υψηλότερα επίπεδα της ουσίας στο αίμα τους κατά την εγκυμοσύνη.
Ο ομότιμος καθηγητής Περιβαλλοντικής Χημείας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, πρώην πρύτανης και ιδρυτικό μέλος της ομάδας που εκπονεί τη μελέτη «Ρέα», Ευριπίδης Στεφάνου διευκρινίζει στην «Κ» ότι τα αποτελέσματα της μελέτης δεν αποτελούν λόγο περιορισμού ή διακοπής του θηλασμού. Αντίθετα, αναδεικνύουν την ανάγκη να μειωθεί η έκθεση των γυναικών σε τοξικές ουσίες πριν από την εγκυμοσύνη, αλλά και κατά τη διάρκειά της και στον θηλασμό.
«Επίσης, η μελέτη δεν διαπίστωσε ενδείξεις ότι το DDT χρησιμοποιείται σήμερα παράνομα στην Κρήτη. Η παρουσία του, και του μεταβολίτη του, DDE, στον οργανισμό των παιδιών είναι συμβατή με την ιστορική χρήση του, καθώς πρόκειται για ουσίες που παραμένουν στο περιβάλλον και στον ανθρώπινο οργανισμό πολλά χρόνια. Τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη συστηματικού ελέγχου των υπολειμμάτων απαγορευμένων φυτοφαρμάκων στα τρόφιμα και στην τροφική αλυσίδα, καθώς και της συνεχούς παρακολούθησης της έκθεσης του πληθυσμού σε επικίνδυνες χημικές ουσίες», προσθέτει.
Δύο δεκαετίες έρευνας
Η παιδίατρος, επιδημιολόγος, μέλος της μελέτης «Ρέα» και πρώτη συγγραφέας της μελέτης για τον θηλασμό, Μαριάννα Καραχάλιου, λέει στην «Κ» πως από την περίοδο 2007-2008 συμμετείχαν περίπου 1.500 έγκυες από την περιοχή του Ηρακλείου. «Παρακολουθήσαμε τις γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και στον τοκετό και, στη συνέχεια, τόσο τις ίδιες όσο και τα παιδιά τους, μέχρι σήμερα. Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, τα παιδιά αυτά βρίσκονται πλέον στην αρχή της ενήλικης ζωής τους. Αυτό μας δίνει μια μοναδική δυνατότητα: να εξετάσουμε πώς οι πρώιμες εκθέσεις και εμπειρίες της ζωής συνδέονται με την υγεία πολλά χρόνια αργότερα. Η αξία της διαχρονικής παρακολούθησης είναι ιδιαίτερα σημαντική. Μια μεμονωμένη εξέταση μπορεί να μας δείξει την κατάσταση της υγείας ενός ανθρώπου σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Η παρακολούθηση όμως από την εγκυμοσύνη μέχρι την ενήλικη ζωή μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε πώς διαμορφώνεται σταδιακά η υγεία και πότε δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την εμφάνιση νοσημάτων».
Πρόκειται για μια μελέτη μακράς πνοής, στα 19 χρόνια της οποίας έχουν προκύψει πολύ ενδιαφέροντα όσο και ανησυχητικά ευρήματα. «Η έκθεση της μητέρας σε ορισμένα φυτοφάρμακα κατά την εγκυμοσύνη συσχετίστηκε με διαφοροποιήσεις στη γνωστική ανάπτυξη και στον δείκτη νοημοσύνης των παιδιών. Επιπλέον, η έκθεση στη δισφαινόλη Α (BPA), μια χημική ουσία που χρησιμοποιείται σε ορισμένα πλαστικά, συνδέθηκε με αυξημένη συσσώρευση λίπους στο σώμα. Αντίστοιχα, οι φθαλικές ενώσεις, που χρησιμοποιούνται σε διάφορα πλαστικά προϊόντα, συσχετίστηκαν με αλλαγές στην ανάπτυξη και στη σύσταση του σώματος, με διαφορετικές επιδράσεις στα αγόρια και στα κορίτσια. Τέλος, η έκθεση σε ορισμένα φυτοφάρμακα κατά την πρώιμη παιδική ηλικία συνδέθηκε με αυξημένη παρουσία μικροπυρήνων στα κύτταρα, ενός βιολογικού δείκτη που μπορεί να υποδηλώνει βλάβες στο γενετικό υλικό (DNA)» αναφέρει ο κ. Στεφάνου.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ρύποι είναι η μοναδική αιτία αυτών των προβλημάτων ή ότι κάθε παιδί που εκτίθεται θα εμφανίσει κάποια διαταραχή. Μας δείχνει όμως ότι το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί, ακόμη και πριν γεννηθεί, μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στη μελλοντική του υγεία», διευκρινίζει η κ. Καραχάλιου.
Υψηλά ποσοστά παχυσαρκίας στην Κρήτη
Η επιλογή του Ηρακλείου, εξηγεί η ίδια, συνδυάζει διαφορετικά περιβάλλοντα και τρόπους ζωής. Από τη μία πλευρά είναι μια ταχέως αναπτυσσόμενη αστική περιοχή και από την άλλη η ενδοχώρα χαρακτηρίζεται από ορεινές και πεδινές περιοχές με έντονη αγροτική δραστηριότητα. «Τις τελευταίες έξι με επτά δεκαετίες, η Κρήτη έχει βιώσει σημαντικές κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές αλλαγές, οι οποίες ενδέχεται να έχουν επηρεάσει και την υγεία του πληθυσμού. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παχυσαρκία. Η Ελλάδα, και η Κρήτη ειδικότερα, αντιμετωπίζουν σήμερα ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά παχυσαρκίας, μια πραγματικότητα που διαφέρει σημαντικά από εκείνη προηγούμενων γενεών. Η μελέτη “Ρέα” ξεκίνησε σε αυτές τις συνθήκες για να κατανοήσουμε πώς το περιβάλλον, οι συνθήκες ζωής και οι εμπειρίες μας, ήδη από την περίοδο της εγκυμοσύνης, επηρεάζουν την ανάπτυξη και την υγεία μας σε βάθος χρόνου. Η μεγάλη αξία τέτοιων μελετών είναι ότι παρακολουθούν ανθρώπους πριν εμφανιστεί κάποιο πρόβλημα υγείας», προσθέτει.
ΠΗΓΗ: kathimerini.gr





















