ΑΓΡΟΤΙΚΑ

Καλοκαίρι στην ελιά: Οι σωστές καλλιεργητικές φροντίδες

Η μετάβαση από τα τέλη Ιουνίου στις αρχές Ιουλίου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες φάσεις του ετήσιου βιολογικού κύκλου της ελιάς. Παρότι οι παραγωγοί επικεντρώνονται στην αντιμετώπιση των υψηλών θερμοκρασιών, την άρδευση και την προστασία από εχθρούς και ασθένειες, στο εσωτερικό του δέντρου εξελίσσεται μια καθοριστική φυσιολογική διαδικασία: η πρώτη φάση ανθοφορίας για την επόμενη παραγωγική χρονιά.

Σε αυτό το στάδιο δεν σχηματίζονται ακόμη άνθη ή ταξιανθίες. Ωστόσο, ενεργοποιούνται βιοχημικοί μηχανισμοί που καθορίζουν ποιοι οφθαλμοί θα διαφοροποιηθούν αργότερα σε ανθοφόρους. Η επιτυχία αυτής της διαδικασίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα του δέντρου να συσσωρεύσει επαρκείς ποσότητες υδατανθράκων μέσω της φωτοσύνθεσης.

Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η ισορροπία μεταξύ άνθρακα και αζώτου (λόγος C/N). Όταν υπάρχει επάρκεια φωτοσυνθετικών προϊόντων και σωστή θρέψη με άζωτο, ενισχύονται η λιγνινοποίηση των ιστών, η διαφοροποίηση των οφθαλμών και η συνολική φυσιολογική σταθερότητα του δέντρου.

Την ίδια περίοδο ολοκληρώνεται η φυσιολογική καρπόπτωση που ακολουθεί την καρπόδεση και ο καρπός περνά από τη φάση της κυτταρικής διαίρεσης στη φάση της κυτταρικής διόγκωσης, κατά την οποία αυξάνεται κυρίως μέσω της επέκτασης των ιστών. Για να εξελιχθεί ομαλά αυτή η διαδικασία, η ελιά πρέπει να διατηρεί ενεργές βασικές λειτουργίες όπως η φωτοσύνθεση, η αναπνοή, η μεταφορά θρεπτικών στοιχείων και η σύνθεση νέων ιστών, χωρίς διακοπές που προκαλούνται από υδατικό, θερμικό ή θρεπτικό στρες.

Η ομαλή ανάπτυξη κατά τη συγκεκριμένη περίοδο δεν εξασφαλίζει μόνο την εξέλιξη της φετινής παραγωγής, αλλά δημιουργεί και τις προϋποθέσεις για τη διαφοροποίηση των ανθοφόρων οφθαλμών που θα δώσουν την παραγωγή της επόμενης χρονιάς.

Παρά τις υψηλές θερμοκρασίες, η φυσιολογία της ελιάς δεν σταματά. Οι μεταβολικές διεργασίες επιβραδύνονται και προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες, όμως το ριζικό σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί, η φωτοσύνθεση διατηρείται σε χαμηλότερα επίπεδα και το δέντρο κατανέμει τους διαθέσιμους πόρους τόσο για την ανάπτυξη των καρπών όσο και για την προετοιμασία της μελλοντικής ανθοφορίας.

Αν η ελιά υποστεί έντονο υδατικό ή θρεπτικό στρες, η ανθοφορία μπορεί να περιοριστεί σημαντικά ή ακόμη και να μηδενιστεί. Αντίθετα, όταν η ανάπτυξη παραμένει σταθερή, ακόμη και με χαμηλούς ρυθμούς, το ανθικό ερέθισμα παγιώνεται.

Για τον λόγο αυτό, όταν η βασική λίπανση του φθινοπώρου ή της έναρξης της βλάστησης δεν ήταν επαρκής, το διάστημα αυτό αποτελεί ευκαιρία για στοχευμένες διορθωτικές παρεμβάσεις. Δεν απαιτούνται μεγάλες ποσότητες λιπασμάτων, αλλά μικρές, άμεσα διαθέσιμες εφαρμογές που θα υποστηρίξουν την ανάπτυξη των ιστών και θα αποτρέψουν λανθάνουσες τροφοπενίες.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν:

  • το διαφυλλικό οργανικό άζωτο, το οποίο απορροφάται άμεσα χωρίς να επηρεάζεται από την υγρασία του εδάφους,
  • ο φώσφορος σε μορφές υψηλής διαθεσιμότητας, ιδιαίτερα σε ασβεστούχα εδάφη,
  • το ασβέστιο και το μαγνήσιο, που συμβάλλουν στη σταθερότητα των ιστών, τη λειτουργία της χλωροφύλλης και την ποιότητα του καρπού,
  • τα φωσφορώδη άλατα και τα βιοδιεγερτικά του ριζικού συστήματος, που βοηθούν στη διατήρηση της δραστηριότητας της ριζόσφαιρας κατά τη διάρκεια των υψηλών θερμοκρασιών.

Το διάστημα από τα τέλη Ιουνίου έως τις αρχές Ιουλίου αποτελεί ένα κρίσιμο φυσιολογικό «σταυροδρόμι» για την ελιά. Ο τρόπος με τον οποίο θα διαχειριστεί ο παραγωγός αυτή την περίοδο επηρεάζει όχι μόνο την εξέλιξη της φετινής παραγωγής και την ποιότητα του ελαιόκαρπου, αλλά και τις προοπτικές της ανθοφορίας και της καρποφορίας της επόμενης χρονιάς, ιδιαίτερα σε συνθήκες ολοένα συχνότερων και εντονότερων θερμικών καταπονήσεων.

Πηγή: olivonews.it



ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ