Ο Ψαραντώνης φτάνει στο αεροδρόμιο του Ηράκλειου, μετά από ένα πολύωρο αεροπορικό ταξίδι και μπαίνει σ’ ένα ταξί. Κουρασμένος και άκεφος από το ταξίδι, δεν είχε όρεξη για κουβέντα και αντί να μιλήσει του ταξιτζή του κάνει νόημα με το χέρι να ξεκινήσει. Ο ταξιτζής που τον γνώρισε δεν του χάλασε το χατίρι.
Σε όλο το δρομολόγιο ο Ψαραντώνης δεν μιλούσε αλλά με νοήματα έδειχνε στον ταξιτζή, πότε να στρίψει δεξιά, πότε να στρίψει αριστερά και πότε να πάει ευθεία.
Κάποια στιγμή του κάνει νόημα να σταματήσει και επίσης με νόημα τον ρωτάει τί χρωστάει.
Αφού πλήρωσε τον ταξιτζή, ανοίγει την πόρτα να βγει και εκείνη την ώρα του λέει:
-Και ό,τι είπαμε… νερό κι αλάτσι…


















