ΕΛΛΑΔΑ

«Θέλω να φθάσω τα 99, ενοχλώ;»

Γνωστή γνωστού, σε μεγάλη συνοικία της Αθήνας, από αυτές που δεν τις λένε «αριστοκρατικές». Η Μαριάνθη, με τα τεράστια εμπριμέ φορέματα που έσιαχνε κάθε τόσο, μηχανιστικά στο ύψος της κοιλιάς, για να μη φαίνονται οι «ατέλειες». Εύθυμη, ζωηρή και φωνασκούσα. Φορούσε ένα χοντρό χρυσό δαχτυλίδι στον παράμεσο, με μια πέτρα ρουμπινί – παλιομοδίτικο, σκέτη αυτοκρατορία.

Οι φιλενάδες της την έχουν ολοζώντανη ακόμη στο μυαλό τους. Καθόταν γυρτή, με τα πόδια σταυρωμένα, κι έλεγε τον ντελβέ. Μεταμορφωνόταν στην «Ψ» της γειτονιάς. Ούτε πολυθρόνες ούτε ντιβάνια και σιωπές. Συνεδρία κανονική, σας λέω. Μάντευε επιθυμίες, ενθάρρυνε μεταμορφώνοντάς τες σε προβλέψεις. Ξόρκιζε το κακό με κάτι «άπαπα», έλεγε, έλεγε… Κι όταν η μαντεία δήθεν τέλειωνε, είχε extra μεταχείριση αν σε συμπαθούσε. Βύθιζε το δάχτυλο με τη δαχτυλιδάρα στον πάτο του φλυτζανιού και αποφαινόταν καθοριστικά: τα καλύτερα εννοείται. Απόλαυση.

«Θέλω να φτάσω τα 99, ενοχλώ;», έλεγε απ’ όταν έμαθε ότι ο ιός επισκέφθηκε τη χώρα και πρόσεχε πολύ. Είχε περιέργεια να δει τα ταξί του μέλλοντος που της περιέγραφε η εγγόνα της, πετούμενα κυριολεκτικά, περηφανευόταν που έκανε καθημερινά skype στην πρώτη καραντίνα, κι ας μη μπορούσε στην αρχή να κουλαντρίσει το «μαραφέτι» ικανοποιητικά. Όρεξη, δύναμη για ζωή είχε η Μαριάνθη, κι ας πάτησε τον Αύγουστο τα 71. Αυτή η δύναμη την είχε κάνει να μεγαλώσει το δικό της παιδί, να υιοθετήσει άλλο ένα, να τρέχει από ίδρυμα σε ίδρυμα κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, να δίνει απλόχερα δανεικά. Γιατί είχε τον τρόπο της, καθώς έλεγε, κι η τσέπη της ήταν πάντοτε γεμάτη.

Ο αόριστος υποδηλώνει ότι η Μαριάνθη δεν ζει πια. Η αρρώστια τη νίκησε. Ανετα θα της παραχωρούσε όλη η γειτονιά τη θέση της στην Εντατική – Θεός φυλάξοι. Δεν είχε ιδέα ποιος ήταν ο Ντεριντά, δεν είχε διαβάσει ποτέ της Χομπσμπάουμ, δεν είχε καν ξεμυτίσει από τη χώρα, αλλά ήταν πολύτιμη για όποιον τη συναντούσε. Για τη γνησιότητα, την αυθεντικότητά της, τη μεγάλη  καρδιά της. Για τα εμπριμέ φουστάνια της. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί της κολλούν αυτό το «κυρά» κάθε φορά που την αναφέρουν με το όνομά της. Αν και οι νεκροί παύουν να διαφεντεύουν τον εαυτό τους, νομίζω ότι της ταιριάζει απόλυτα το «κυρία».

Πηγή: Protagon.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

 

 

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ – ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ