Υπάρχουν ψυχές που δεν περνούν απλώς από το θέατρο, ριζώνουν μέσα του, γίνονται η ανάσα του, ο παλμός του, η αθέατη δύναμη που κινεί την ίδια την ουσία της σκηνής. Ο Μιχάλης Μόσιος υπήρξε μία από αυτές τις σπάνιες μορφές. Δεν υπήρξε απλώς ένας ηθοποιός. Υπήρξε ένας λειτουργός της τέχνης, ένας ακούραστος θεράπων του λόγου, της συγκίνησης και της ανθρώπινης αλήθειας. Σήμερα, το θέατρο μοιάζει φτωχότερο. Οι προβολείς εξακολουθούν να ανάβουν, οι αυλαίες να ανοίγουν και οι σκηνές να γεμίζουν πρόσωπα και φωνές, όμως κάτι ανείπωτο λείπει. Μια σιωπή, βαριά σαν πέπλο, πλανάται πάνω από τα σανίδια που τόσο αγάπησε. Είναι η σιωπή που αφήνουν πίσω τους οι άνθρωποι που δεν αντικαθίστανται, γιατί η παρουσία τους δεν υπήρξε ποτέ απλή συμμετοχή, αλλά πνευματική κατάθεση και αισθητική παρακαταθήκη.
Η γέννηση του Ταμτάκου και η μοναδικότητα του Μιχάλη Μόσιου
Η μορφή του Μιχάλη Μόσιου δεν καθρεφτιζόταν μόνο στους ρόλους που ενσάρκωσε, αλλά στην ίδια τη φιλοσοφία με την οποία αντιλαμβανόταν το θέατρο. Κάθε του ερμηνεία έμοιαζε με εξομολόγηση, κάθε του βλέμμα ανέσυρε μνήμες, κάθε του παύση αποκτούσε τη βαρύτητα ολόκληρων μονολόγων. Δεν επιζητούσε τον εντυπωσιασμό, υπηρετούσε τη σιωπηλή μεγαλοπρέπεια της υποκριτικής, εκεί όπου η αλήθεια υπερβαίνει την τεχνική και η ψυχή συναντά την αιωνιότητα.
Στο πλευρό του στάθηκε ο Ταμτάκος, συνοδοιπόρος σε μια διαδρομή όπου το θέατρο δεν αποτελούσε επάγγελμα, αλλά τρόπο ύπαρξης. Οι δυο τους συγκρότησαν μια δημιουργική συνθήκη σπάνιας πνευματικής συγγένειας, έναν διάλογο ανθρώπων που αντιλαμβάνονταν ότι η σκηνή δεν είναι χώρος επίδειξης, αλλά τόπος μύησης, συλλογικής μνήμης και πολιτισμικής ευθύνης. Η συνεργασία τους απέπνεε ήθος, αξιοπρέπεια και εκείνη τη λεπταίσθητη καλλιτεχνική ευγένεια που δύσκολα ευδοκιμεί στην εποχή της ταχύτητας και της επιφάνειας.
Ο Μιχάλης Μόσιος ανήκε στους τελευταίους εκπροσώπους μιας γενιάς που αντιμετώπιζε το θέατρο ως ιεροτελεστία. Με σεμνότητα σχεδόν ασκητική, με πειθαρχία απαράμιλλη και με βαθιά πίστη στη δύναμη του λόγου, οικοδόμησε μια πορεία που δεν αναζητούσε πρόσκαιρες δάφνες, αλλά την αθανασία της μνήμης. Και αυτήν την αθανασία την κατέκτησε. Υπάρχουν απώλειες που δεν καταγράφονται σε ημερομηνίες, ούτε περιορίζονται σε επικήδειους. Μετρούνται στις άδειες καρέκλες των θεάτρων, στα παρασκήνια που μοιάζουν ξαφνικά πιο σιωπηλά, στις γενιές των νέων ηθοποιών που στερούνται πλέον τη σοφία ενός ανθρώπου που δίδασκε περισσότερο με την παρουσία παρά με τα λόγια του. Και όμως, οι μεγάλοι δημιουργοί δεν γνωρίζουν τον οριστικό επίλογο. Η τέχνη τους αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου. Η φωνή τους συνεχίζει να αντηχεί στις αίθουσες όπου κάποτε χειροκροτήθηκαν, οι μορφές τους περιπλανώνται διακριτικά ανάμεσα στις κουίντες, και οι ερμηνείες τους εξακολουθούν να συνομιλούν με τις επόμενες γενιές σαν αθέατοι δάσκαλοι.
Ίσως αυτό να είναι τελικά η αληθινή αθανασία ενός ηθοποιού. Να μην τον βλέπεις πια στη σκηνή, αλλά να τον αισθάνεσαι παντού. Στο άνοιγμα της αυλαίας, στη σιωπή πριν από το πρώτο χειροκρότημα, στο τρεμόπαιγμα ενός μοναχικού προβολέα που φωτίζει μια άδεια σκηνή. Εκεί όπου οι ψυχές των μεγάλων καλλιτεχνών εξακολουθούν να κατοικούν. Ο Μιχάλης Μόσιος δεν έφυγε απλώς από τη ζωή. Πέρασε στο πάνθεον εκείνων που δεν ανήκουν πλέον στον χρόνο, αλλά στη μνήμη. Και όσο θα υπάρχει θέατρο, όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που θα συγκινούνται από τη δύναμη του λόγου και της ερμηνείας, η παρουσία του θα παραμένει άσβεστη, σαν φλόγα που δεν σβήνει ποτέ, αλλά φωτίζει αθόρυβα τον δρόμο των επόμενων δημιουργών.
Η τελευταία του συνέντευξη που συγκινεί και η αυλαία που δεν θέλησε ποτέ να ρίξει στο θέατρο
Σε μία σπάνια συνέντευξη ο άλλοτε Μιχάλης και άλλοτε Ταμτάκος αναγνωρίζει την πορεία του στο θέατρο, απαντά για τον ρόλο που τον σημάδεψε και αναλύει τον λόγο που δεν βρέθηκε στην τηλεόραση. Ο Μιχάλης Μόσιος απαντά στο ερώτημα για το αν έχει βαρεθεί να τον ρωτάνε για τον Ταμτάκο με χιούμορ: «Βαρέθηκα να με ρωτάνε για τον Ταμτάκο, αλλά ο Ταμτάκος ήταν τόσο δυνατός και έχει μείνει στην ιστορία. Φυσικά δεν με έχουν δει να έχω παίξει άλλα πράγματα, ενώ έχω παίξει “Γυάλινο κόσμο” του Γουίλιαμς στο θέατρο της Δευτέρας και άλλα. Ο κόσμος με έχει ταυτίσει. Ο Ταμτάκος ήταν τόσο δυνατός και αγαπήθηκε.»
Σε άλλο σκέλος της συνέντευξης πραγματοποιείται ερώτηση στον ίδιο για το αν έχει στενοχωρεθεί που όλοι τον γνωρίζουν περισσότερο ως Ταμτάκο, παρά σαν Μιχάλη Μόσιο και ο ίδιος αναφέρει: «Ειδικά στην κωμωδία, όλοι ψάχνουν να βρουν έναν τύπο και εγώ που βρήκα και δημιούργησα αυτόν τον τύπο να τον άφηνα; Έτσι έβρισκα δουλειά. Εντός της ταπεινότητας του και της άψογης υποκριτικής του ικανότητας σαν Ταμτάκος αναφέρει ότι: «Ο Ταμτάκος μου έδωσε ψωμί να φάω. Δόξα τον θεό ήταν ο σύντροφος μου και τον υπηρέτησα πολύ καλά μου φαίνεται. Τον αγαπάω! Γιατί εγώ τον γέμισα, τον δημιούργησα. Δεν τον έγραψε κανένας συγγραφέας και τον έπαιξα εγώ. Εγώ από τη Θεσσαλονίκη, είμαι και Θεσσαλονικιός και ήμουν στο Θέατρο Βορείου Ελλάδος και έκει βγάλαμε τα ανέκδοτα. Και μιλούσα γύφτικα την φορά αυτή και με άλλα παιδιά εκεί πέρα. Και μετά μου δόθηκε η ευκαιρία και τον έπαιξα στο θέατρο με την Λένα Βλαχοπούλου. Παίζαμε τη χαρτοπαίχτρα στη Θεσσαλονίκη. Έκανα το γιο της και ο Θέμης Μάνεσης, θεός σχωρέσ’ τον εκεί που βρίσκεται, είχε αρρωστήσει και έκανε έναν παπατζή εκεί μέσα στο τμήμα και τον έκανα εγώ. Είχε αρρωστήσει και έφυγε και δεν μπορούσαν να σταματήσουν την παράσταση. Έκανα και τον γιο και τον παπατζή, αλλά τον έκανα Ταμτάκο για πρώτη φορά και έγινε χαμός. Μου λέει η Βλαχοπούλου “εσύ κάνεις για Επιθεώρηση” και έτσι με πήρε μαζί της στην Επιθεώρηση και από εκεί ξεκίνησε ο Ταμτάκος.»
Στη συνέχεια ρωτήθηκε από τον δημοσιογράφο αν ξεχώριζε τις βιντεοταινίες από την επιθεώρηση, ποιο θα ήταν το καλύτερο κομμάτι και τι θα ξεχώριζε από την καριέρα του, εκείνος απάντησε: «Στο θέατρο φυσικά, οι βιντεοταίνιες και η τηλεόραση που είναι σήμερα είναι δευτερεύον για τον ηθοποιό. Το πρώτο είναι το θέατρο, είναι γνωστά αυτά. Εκεί είναι η βάση μας. Ποιοι δεν συμφωνουν; Δεν θα είναι ηθοποιοί φαίνεται, είναι αλεξιπτωτιστές που ήρθαν σε αυτή τη δουλειά. Ο ηθοποιός σπουδάζει θέατρο και το θεάτρο είναι η βασική του δουλειά. Όλα τα άλλα, κινηματογράφος, τηλεόραση και όλα αυτά είναι δευτερεύοντα.»
Τέλος, για το άν θα ξανάπαιζε τον Ταμτάκο ανταποκρίθηκε λέγοντας: «Αν άξιζε τον κόπο, γιατί όχι. Αν ταίριαζε σαν σενάριο. Αλλά γιατί δεν με δοκιμάζουν και σε άλλα πραγματα; Τηλεόραση δεν μου έκαννα ποτέ πρόταση για κανέναν ρόλο, λες και δνε υπήρχαμε εμείς σε αυτή τη δουλειά. Είχα έναν θυμό για αυτό αλλά τώρα τους έχω γραμμένουν και εγώ.»
Θα σε θυμόμαστε για πάντα ως Ταμτάκο και θα σε αγαπάμε για πάντα ως Μιχάλη, καλό παράδεισο!

















