Περίπου 30 ενδημικά φυτά της Κρήτης, που αντιστοιχούν στο 13% των μοναδικών ειδών του νησιού, διακινούνται και πωλούνται στο διαδίκτυο χωρίς την απαιτούμενη άδεια του ελληνικού κράτους, παρά το ισχύον νομικό πλαίσιο που τα χαρακτηρίζει ως εθνικό πόρο.
Το ζήτημα ανέδειξε ο ερευνητής και καθηγητής του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου, Νίκος Κρίγκας, μιλώντας στο Ράδιο Κρήτη και στην εκπομπή του Μανόλη Αργυράκη, περιγράφοντας μια πραγματικότητα που εκθέτει την απουσία ελέγχου και εφαρμογής της νομοθεσίας.
Όπως σημείωσε, από το 2014 η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει οδηγία που ορίζει ότι τα άγρια και ενδημικά φυτά ανήκουν στα κράτη και αποτελούν εθνικό φυσικό κεφάλαιο. Η Ελλάδα, όπως και τα υπόλοιπα κράτη-μέλη, ενσωμάτωσε την οδηγία αυτή στο εθνικό της δίκαιο, προβλέποντας συγκεκριμένες διαδικασίες και όρους για την αξιοποίηση αυτών των φυτών, καθώς και για τον διαμοιρασμό των πιθανών οικονομικών ωφελειών.
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε ο κ. Κρίγκας, στην πράξη οι κανόνες αυτοί παραμένουν ανενεργοί. «Υπάρχουν, αλλά δεν εφαρμόζονται», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι ενδημικά φυτά της χώρας και ειδικότερα της Κρήτης πωλούνται χωρίς καμία άδεια, χωρίς έλεγχο και χωρίς κανένα όφελος για το ελληνικό κράτος.
Ανάμεσα στα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα βρίσκονται ο δίκταμος, η πετροφυλλιά, η μαλοτήρα, ο κρόκος της Κρήτης, αλλά και τα φθινοπωρινά κυκλάμινα της Δυτικής Κρήτης, είδη που σε πολλές περιπτώσεις φύονται αποκλειστικά στο νησί. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στον κρόκο ορειοκρέκους, ένα εξαιρετικά σπάνιο ενδημικό φυτό με σημαντικές ιδιότητες για την υγεία, το οποίο συγχέεται συχνά με τον κρόκο Κοζάνης.
Ο τρόπος με τον οποίο αυτά τα φυτά καταλήγουν προς πώληση, όπως εξήγησε, βασίζεται σε οργανωμένα δίκτυα. Μέσω ειδικών διαδικτυακών πλατφορμών, ενδιαφερόμενοι δηλώνουν συμμετοχή και ενημερώνονται όταν εντοπιστούν συγκεκριμένα φυτά. Στη συνέχεια, είτε μεταβαίνουν οι ίδιοι στην Ελλάδα για τη συλλογή τους είτε αξιοποιούν τρίτους, δημιουργώντας μια αλυσίδα διακίνησης που λειτουργεί εκτός κάθε ελέγχου.
Το αποτέλεσμα είναι ένα κομμάτι της ελληνικής φυσικής κληρονομιάς να φεύγει από τη χώρα χωρίς καμία εποπτεία, χωρίς άδειες και χωρίς ανταποδοτικά οφέλη. Όπως επισημάνθηκε, το ελληνικό κράτος θα μπορούσε να διεκδικήσει ακόμη και διαφυγόντα κέρδη ή προμήθειες από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, ωστόσο το βασικό ζητούμενο παραμένει η εφαρμογή των ήδη υπαρχόντων αυστηρών κανόνων.
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει με τον πιο καθαρό τρόπο το κενό μεταξύ νομοθεσίας και πράξης, αφήνοντας εκτεθειμένο έναν φυσικό πλούτο που, ενώ ανήκει στη χώρα, καταλήγει να αξιοποιείται ανεξέλεγκτα από τρίτους.

















