Στην αποδόμηση πολυμελούς εγκληματικής οργάνωσης που φέρεται να δραστηριοποιούνταν στην εμπορία ανθρώπων με τη μορφή της εργασιακής εκμετάλλευσης, αλλά και στη διευκόλυνση της εισόδου και της παράνομης παραμονής πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα, προχώρησε η Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ηρακλείου Κρήτης, όπως ανακοίνωσε η αστυνομία.
Όπως αναφέρει η σχετική ανακοίνωση από την Αστυνομική Διεύθυνση, η ευρείας κλίμακας επιχείρηση πραγματοποιήθηκε της Τρίτη 17 Μαρτίου σε περιοχές των νομών Ηρακλείου, Λασιθίου, Ρεθύμνου, Βοιωτίας και Αττικής, με τη συνδρομή πολλών αστυνομικών υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων το Τμήμα Ασφαλείας Ηρακλείου, το Τμήμα Ε.Κ.Α.Μ. Κρήτης, η Ο.Π.Κ.Ε., τα Τμήματα Αστυνομικών Επιχειρήσεων Ηρακλείου και Μεσαράς, αστυνομικά τμήματα της Κρήτης, καθώς και υπηρεσίες σε Θήβα και Βορειοανατολική Αττική.
Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης συνελήφθησαν 21 μέλη της οργάνωσης, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη 11 άτομα. Οι κατηγορίες, κατά περίπτωση, αφορούν μεταξύ άλλων διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, εμπορία ανθρώπων, διευκόλυνση εισόδου και παράνομης διαμονής πολιτών τρίτων χωρών από κερδοσκοπία, παρακράτηση ταξιδιωτικών εγγράφων, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, παράνομη κατακράτηση, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, απάτη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, παραβάσεις του Κώδικα Εργατικού Δικαίου και έκδοση ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων.

Σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, η οργάνωση είχε αναπτύξει δομημένη και διαρκή δράση τουλάχιστον από το 2023, με αποκλειστικό στόχο την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους μέσα από τη συστηματική εκμετάλλευση αλλοδαπών και την καταστρατήγηση της μεταναστευτικής και εργατικής νομοθεσίας.
Η δράση της φέρεται να καλυπτόταν πίσω από το κέλυφος ομόρρυθμης εταιρείας με έδρα το Ηράκλειο, η οποία είχε συσταθεί από το 2021 και παρείχε, τουλάχιστον τυπικά, γραμματειακές, συμβουλευτικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Κατά την ΕΛ.ΑΣ., η επιχείρηση αυτή λειτουργούσε ως βιτρίνα για την οργάνωση των παράνομων δραστηριοτήτων.
Οι αρχές εκτιμούν ότι είχε δημιουργηθεί δίκτυο συνεργατών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με επαφές που συνδέονταν και με ελληνικές προξενικές αρχές σε Ισλαμαμπάντ, Ντόχα και Άμπου Ντάμπι. Μέσω αυτού του μηχανισμού γινόταν συστηματική εισαγωγή πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα και, σύμφωνα με την έρευνα, υφαρπαγή θεωρήσεων εισόδου.

Το κύκλωμα φέρεται να στρατολογούσε αλλοδαπούς, κυρίως από χώρες της Ασίας, παρουσιάζοντάς τους ψευδώς ότι μπορούσε να τους εξασφαλίσει νόμιμη εργασία και διαμονή στην Ελλάδα. Εκμεταλλευόμενο την ευάλωτη θέση τους, αποσπούσε τη συναίνεσή τους μέσω ψευδών υποσχέσεων και στη συνέχεια προχωρούσε στη διαδικασία μετάκλησης εργαζομένων, χρησιμοποιώντας εικονικούς εργοδότες και εικονικές ατομικές συμβάσεις εργασίας, χωρίς να υπάρχει στην πραγματικότητα η δηλωμένη εργασιακή σχέση.
Για να πετύχουν την έκδοση θεωρήσεων εισόδου και αδειών διαμονής, τα μέλη της οργάνωσης υπέβαλαν, σύμφωνα με τη δικογραφία, ψευδή και ανακριβή στοιχεία στις αρμόδιες αρχές, ακόμη και όταν δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Παράλληλα, δεν τηρούσαν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διαδικασία μετάκλησης, όπως η πραγματική απασχόληση των εργαζομένων ή η δήλωση μη εμφάνισής τους, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις προχωρούσαν και σε εικονική καταβολή ασφαλιστικών εισφορών για να δημιουργείται η εικόνα νόμιμης εργασίας.

Μετά την είσοδο των αλλοδαπών στη χώρα, τα μέλη της οργάνωσης αναλάμβαναν τη μεταφορά, παραλαβή και εγκατάστασή τους κυρίως σε περιοχές των νομών Ηρακλείου, Λασιθίου και Ρεθύμνου, αλλά και σε περιοχές της Βοιωτίας και της Αττικής. Καθοριστικό στοιχείο της δράσης, σύμφωνα με την αστυνομία, ήταν η παρακράτηση διαβατηρίων και άλλων ταξιδιωτικών εγγράφων, ώστε να ασκείται έλεγχος και να δημιουργείται σχέση εξάρτησης.
Παράλληλα, οι αλλοδαποί φορτώνονταν με υπέρμετρες οικονομικές υποχρεώσεις, τις οποίες καλούνταν να αποπληρώσουν μέσω της εργασίας τους. Στη συνέχεια τοποθετούνταν σε θέσεις εργασίας που επέλεγαν τα μέλη της οργάνωσης, υπό συνθήκες εργασιακής εκμετάλλευσης, χωρίς την τήρηση των νόμιμων όρων εργασίας και χωρίς πλήρεις νόμιμες αποδοχές και ασφαλιστικές εισφορές. Επιπλέον, φέρονται να πλήρωναν χρήματα τόσο για τη διαδικασία εισόδου και παραμονής τους όσο και για να συνεχίσουν να εργάζονται.
Η αστυνομική έρευνα εντόπισε τρεις βασικούς πυλώνες δράσης. Στον πρώτο διαπιστώθηκαν 48 περιπτώσεις εμπορίας ανθρώπων και διευκόλυνσης εισόδου και παράνομης διαμονής μέσω της διαδικασίας μετάκλησης, με οικονομικό όφελος τουλάχιστον 20.000 ευρώ ανά άτομο. Στον δεύτερο διαπιστώθηκαν 24 περιπτώσεις διευκόλυνσης παράνομης διαμονής μέσω ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων, με κέρδος τουλάχιστον 10.000 ευρώ ανά άτομο. Στον τρίτο καταγράφηκαν 212 περιπτώσεις υποβολής αιτήσεων για άδειες διαμονής αλλοδαπών που δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις, με τουλάχιστον 2.000 ευρώ ανά άτομο.

Ως προς τη δομή της, η οργάνωση εμφανίζεται να είχε σαφή ιεραρχική διάρθρωση. Ο «σκληρός πυρήνας» είχε την ευθύνη για τη συγκρότηση, τον σχεδιασμό, τον συντονισμό και τον έλεγχο της συνολικής δράσης. Υπήρχαν επίσης μέλη που εμφανίζονταν ως υπάλληλοι ή συνεργάτες της εταιρείας-βιτρίνας και διαχειρίζονταν τις διοικητικές διαδικασίες, μεσάζοντες που λειτουργούσαν ως επιχειρησιακός μηχανισμός και εξασφάλιζαν τη διασύνδεση με πολίτες τρίτων χωρών, καθώς και άτομα που αναλάμβαναν τον ρόλο του εικονικού εργοδότη για να στηρίζουν τη διαδικασία μετάκλησης.
Το συνολικό οικονομικό όφελος που εκτιμάται ότι αποκόμισε η οργάνωση ανέρχεται περίπου στα 5.000.000 ευρώ. Η ΕΛ.ΑΣ. σημειώνει επίσης ότι αρκετοί από τους εικονικούς εργοδότες είχαν απασχολήσει και στο παρελθόν τις αρχές για σειρά σοβαρών αδικημάτων, όπως ζωοκλοπή, παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων και περί αλλοδαπών, σωματικές βλάβες, κλοπές, απειλές, απόπειρες ανθρωποκτονίας, πλαστογραφίες πιστοποιητικών και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.
Από τις έρευνες σε σπίτια, καταστήματα και επιχειρήσεις κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, δύο πιστόλια, εκ των οποίων το ένα με γεμιστήρα, 55 φυσίγγια, πέντε φυσίγγια κρότου αερίου, μία μονόκαννη καραμπίνα χωρίς άδεια, 19 κινητά τηλέφωνα, οκτώ φορητοί υπολογιστές, τρία καταγραφικά μηχανήματα, τέσσερις συσκευές αποθήκευσης δεδομένων, δύο smart watch, πλήθος τραπεζικών καρτών και βιβλιαρίων τραπέζης αλλοδαπών, μπλοκ επιταγών, πλαστή άδεια οδήγησης, ατζέντες και έγγραφα με σημειώσεις, φωτοαντίγραφα διαβατηρίων, δελτία ταυτότητας για τα οποία είχε δηλωθεί ψευδώς απώλεια, μεγάλο όγκο εγγράφων σχετικών με μετακλήσεις αλλοδαπών και πληρωμές παραβόλων ή εργοσήμων, καθώς και τρία Ι.Χ.Ε., μία μοτοσικλέτα και το ποσό των 202.170 ευρώ.

Οι συλληφθέντες οδηγούνται σήμερα, όπως έγραψε νωρίτερα το Neakriti.gr, στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, ενώ η έρευνα συνεχίζεται για να αποτυπωθεί πλήρως η έκταση της δραστηριότητας του κυκλώματος.
Η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ. αναφέρει: «Από την Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ηρακλείου Κρήτης εξαρθρώθηκε πολυμελής εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας δραστηριοποιούνταν στην εμπορία ανθρώπων, υπό τη μορφή της εργασιακής εκμετάλλευσης και στη διευκόλυνση της εισόδου και της παράνομης διαμονής πολιτών τρίτων χωρών στην ελληνική επικράτεια.
Για την αποδόμηση της οργάνωσης, πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 17 Μαρτίου 2026, ευρείας κλίμακας αστυνομική επιχείρηση στις ευρύτερες περιοχές των Νομών Ηρακλείου, Λασιθίου, Ρεθύμνου, Βοιωτίας και Αττικής, με τη συνδρομή αστυνομικών του Τμήματος Ασφαλείας Ηρακλείου, του Τμήματος Ε.Κ.Α.Μ. Κρήτης, της Ο.Π.Κ.Ε., του Τμήματος Αστυνομικών Επιχειρήσεων Ηρακλείου και Μεσσαράς, των Αστυνομικών Τμημάτων Μινώα Πεδιάδος, Βιάννου, και Φαιστού, του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών, της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Αγίου Νικολάου και Ιεράπετρας της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λασιθίου, του Τμήματος Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Θήβας και της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Βορειοανατολικής Αττικής.
Στο πλαίσιο της επιχείρησης, συνελήφθησαν -21- μέλη της οργάνωσης, ενώ στη δικογραφία που σχηματίσθηκε για –κατά περίπτωση- διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, ένταξη και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργηματικών πράξεων, εμπορία ανθρώπων, διευκόλυνση της εισόδου και παράνομης διαμονής πολίτη τρίτης χώρας στο ελληνικό έδαφος από κερδοσκοπία, παρακράτηση ταξιδιωτικών εγγράφων, πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, παράνομη κατακράτηση, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, απάτη κατά του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, παράβαση του Κώδικα Εργατικού Δικαίου και έκδοση ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων, σε συνδυασμό με ηθική αυτουργία, περιλαμβάνονται ακόμη -11- άτομα.
Όπως προέκυψε από την ενδελεχή και εμπεριστατωμένη αστυνομική έρευνα, τα μέλη της οργάνωσης τουλάχιστον από το έτος 2023, είχαν συστήσει δομημένη και με διαρκή δράση εγκληματική ομάδα, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους, μέσω της εμπορίας ανθρώπων, υπό τη μορφή της εργασιακής εκμετάλλευσης, σε συνδυασμό με τη συστηματική καταστρατήγηση της μεταναστευτικής και εργατικής νομοθεσίας.
Η οργάνωση λειτουργούσε υπό το κέλυφος ομόρρυθμης εταιρείας με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης, η οποία είχε συσταθεί ήδη από το 2021 και δραστηριοποιούνταν στη συνδυαστική παροχή γραμματειακών και συμβουλευτικών υπηρεσιών, καθώς και υπηρεσιών χρηματικής διαμεσολάβησης, παρέχοντας στην πράξη κάλυψη (βιτρίνα) για την τέλεση των παράνομων δραστηριοτήτων.
Στο πλαίσιο αυτό, τα μέλη της οργάνωσης ανέπτυξαν δίκτυο συνεργατών στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ιδίως μέσω ελληνικών προξενικών Αρχών σε Ισλαμαμπάντ, Ντόχα και Άμπου Ντάμπι, μέσω του οποίου προέβαιναν στη συστηματική εισαγωγή πολιτών τρίτων χωρών στην ελληνική επικράτεια και στην υφαρπαγή θεωρήσεων εισόδου.
Η δράση τους περιλάμβανε τη στρατολόγηση αλλοδαπών, κυρίως από χώρες της Ασίας, στους οποίους παρουσίαζαν ψευδώς ότι δύνανται να εξασφαλίσουν νόμιμη εργασία και διαμονή στην Ελλάδα, εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση τους και αποσπώντας τη συναίνεσή τους με απατηλά μέσα, όπως ψευδείς υποσχέσεις για νόμιμη εργασία και διαμονή στην Ελλάδα.
Στη συνέχεια διευκόλυναν την είσοδό τους στη χώρα μέσω της διαδικασίας μετάκλησης εργαζομένων, κάνοντας χρήση εικονικών εργοδοτών και καταρτίζοντας εικονικές ατομικές συμβάσεις εργασίας, χωρίς η δηλούμενη εργασιακή σχέση να υφίσταται στην πραγματικότητα.
Για την επίτευξη του σκοπού τους, υπέβαλαν ανακριβή και ψευδή στοιχεία στις αρμόδιες Αρχές, προκειμένου να εκδοθούν θεωρήσεις εισόδου και άδειες διαμονής, ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ενώ παράλληλα δεν τηρούσαν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διαδικασία μετάκλησης, όπως η πραγματική απασχόληση των αλλοδαπών ή η δήλωση μη εμφάνισής τους. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις προέβαιναν και σε εικονική καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, προκειμένου να δημιουργείται η εικόνα νόμιμης απασχόλησης και να υποστηρίζονται οι σχετικές αιτήσεις χορήγησης αδειών διαμονής, παραπλανώντας τις αρμόδιες δημόσιες Αρχές και υπηρεσίες.
Μετά την είσοδο των αλλοδαπών στη χώρα, τα μέλη της οργάνωσης αναλάμβαναν την παραλαβή, μεταφορά και εγκατάστασή τους σε συγκεκριμένες περιοχές της επικράτειας, κυρίως στους Νομούς Ηρακλείου, Λασιθίου και Ρεθύμνου, αλλά και σε περιοχές της Βοιωτίας και της Αττικής.
Καθοριστικό στοιχείο της δράσης τους αποτελούσε η παρακράτηση των ταξιδιωτικών εγγράφων (διαβατηρίων) των αλλοδαπών σε πολλές περιπτώσεις, με σκοπό την άσκηση ελέγχου και τη δημιουργία σχέσης εξάρτησης αυτών από τα μέλη της οργάνωσης, περιορίζοντας ουσιαστικά τη δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης και επιλογής τους.
Παράλληλα, δημιουργούσαν υπέρμετρες οικονομικές υποχρεώσεις σε βάρος τους, τις οποίες οι αλλοδαποί καλούνταν να αποπληρώσουν μέσω της εργασίας τους, τελώντας σε καθεστώς εξάρτησης.
Ακολούθως, οι αλλοδαποί τοποθετούνταν σε θέσεις εργασίας που καθορίζονταν από τα ίδια τα μέλη της οργάνωσης, υπό καθεστώς εργασιακής εκμετάλλευσης, χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων όρων εργασίας και χωρίς την καταβολή των νόμιμων αποδοχών και ασφαλιστικών εισφορών. Επιπλέον, απαιτούνταν από αυτούς η καταβολή χρηματικών ποσών, τόσο για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας εισόδου και παραμονής τους, όσο και για τη συνέχιση της απασχόλησής τους.
Τα παράνομα έσοδα διακινούνταν μέσω καταγραφών και σημειώσεων οικονομικών συναλλαγών, καθώς και μέσω τρίτων προσώπων, καταδεικνύοντας οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα.
Προκειμένου να διασφαλίζουν τη συνέχιση της δράσης τους και να αποφεύγουν τον εντοπισμό, τα μέλη της οργάνωσης προέβαιναν συστηματικά σε ενέργειες παραπλάνησης των αρμόδιων Αρχών, μέσω της υποβολής ψευδών δηλώσεων, της χρήσης εικονικών στοιχείων και της έκδοσης αναληθών βεβαιώσεων και πιστοποιητικών.
Η εγκληματική δραστηριότητα της οργάνωσης αναπτύχθηκε σε διακριτούς πυλώνες δράσης, στο πλαίσιο των οποίων διακριβώθηκαν συνολικά εκατοντάδες περιπτώσεις παράνομων ενεργειών.
Ειδικότερα:
- στον πρώτο πυλώνα δράσης, διαπιστώθηκαν -48- περιπτώσεις εμπορίας ανθρώπων και διευκόλυνσης εισόδου και παράνομης διαμονής πολιτών τρίτων χωρών, μέσω της διαδικασίας μετάκλησης εργαζομένων, με χρήση εικονικών συμβάσεων εργασίας, αποκομίζοντας χρηματικά ποσά που ανέρχονταν τουλάχιστον σε είκοσι χιλιάδες -20.000- ευρώ ανά άτομο,
- στο δεύτερο πυλώνα δράσης, διαπιστώθηκαν -24- περιπτώσεις διευκόλυνσης παράνομης διαμονής, μέσω της υποβολής ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων στο πλαίσιο διαδικασίας χορήγησης άδειας διαμονής, αποκομίζοντας τουλάχιστον δέκα χιλιάδες -10.000- ευρώ ανά άτομο και
- στον τρίτο πυλώνα δράσης, διαπιστώθηκαν διακόσιες δώδεκα -212- περιπτώσεις υποβολής αιτήσεων για χορήγηση άδειας διαμονής σε αλλοδαπούς που δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις, με σκοπό την παράταση της παράνομης διαμονής τους στη χώρα, αποκομίζοντας τουλάχιστον δύο χιλιάδες -2.000- ευρώ ανά άτομο.
Ως προς τη δομή και τη λειτουργία της η οργάνωση ενεργούσε συντονισμένα για την επίτευξη του σκοπού της και διέθετε σαφή ιεραρχική διάρθρωση. Τα μέλη της είχαν διακριτούς, αλληλοσυμπληρούμενους και σε αρκετές περιπτώσεις αυτοτελείς ρόλους, οι οποίοι εντάσσονταν σε ενιαίο επιχειρησιακό σχήμα, ανεξαρτήτως της γνώσης εκάστου μέλους ως προς το σύνολο των επιμέρους ενεργειών ή στόχων της οργάνωσης, ως εξής:
- ηγετικά μέλη, που συγκροτούσαν τον σκληρό πυρήνα της οργάνωσης, τα οποία ήταν υπεύθυνα για τη συγκρότηση, τον σχεδιασμό, τον συντονισμό και τον έλεγχο της συνολικής δράσης της οργάνωσης, λαμβάνοντας τις αποφάσεις και κατευθύνοντας τα λοιπά μέλη, διασφαλίζοντας τη συνοχή, την αποτελεσματικότητα και τη συνέχεια της εγκληματικής δραστηριότητας,
- μέλη της οργάνωσης, που εμφανίζονταν ως υπάλληλοι ή συνεργάτες της επιχείρησης-«βιτρίνας» (υποστηρικτική ομάδα), συμμετείχαν ενεργά στην υλοποίηση της εγκληματικής δραστηριότητας, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση των διοικητικών διαδικασιών της μετάκλησης πολιτών τρίτων χωρών και της υποβολής αιτήσεων για άδειες διαμονής, εξασφαλίζοντας την εξέλιξη και τον έλεγχο των διαδικασιών αυτών και υποστηρίζοντας τη συνολική λειτουργία της οργάνωσης,
- μεσάζοντες/ άμεσοι συνεργάτες (συναυτουργοί) της οργάνωσης, αποτελούσαν ενεργά μέλη του δικτύου στην Ελλάδα, λειτουργώντας ως επιχειρησιακός μηχανισμός της οργάνωσης, με ρόλο τη διασύνδεση με πολίτες τρίτων χωρών, την εξασφάλιση της συμμετοχής τους και τη διευκόλυνση της μεταφοράς τους στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της συνολικής δράσης της οργάνωσης,
- μέλη, που είχαν το ρόλο του εικονικού εργοδότη, τα οποία εμφανίζονταν ως νόμιμοι απασχολούντες, εντάσσονταν στο δίκτυο της οργάνωσης με ρόλο την υλοποίηση της διαδικασίας μετάκλησης πολιτών τρίτων χωρών. Μέσω αυτών υποβάλλονταν αιτήματα μετάκλησης, καταρτίζονταν εικονικές συμβάσεις εργασίας και δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις για την είσοδο και παραμονή των αλλοδαπών στη χώρα, χωρίς να υφίσταται πραγματική εργασιακή σχέση.
Τα ανωτέρω μέλη λειτουργούσαν με διακριτούς αλλά συνδυασμένους στόχους, με τους μεσάζοντες και τους εικονικούς εργοδότες να επιτελούν αυτοτελείς ρόλους, χωρίς άμεση μεταξύ τους αλληλεπίδραση, ενώ ο σκληρός πυρήνας της οργάνωσης και τα μέλη της επιχείρησης εξασφάλιζαν τον συντονισμό, την κατεύθυνση και τον έλεγχο της συνολικής δράσης, διαμορφώνοντας πυραμοειδή ιεραρχική δομή.
Στο πλαίσιο της ανωτέρω δομής, τα μέλη του σκληρού πυρήνα διαχειρίζονταν τις οικονομικές ροές της οργάνωσης, εισπράττοντας χρηματικά ποσά από τους μεσάζοντες και καταβάλλοντας αντίστοιχα ποσά προς τους εικονικούς εργοδότες, χωρίς άμεση συναλλαγή μεταξύ των τελευταίων, γεγονός που αποτυπώνει το διαχωρισμό των ρόλων και την ιεραρχική λειτουργία της οργάνωσης.
Το συνολικό οικονομικό όφελος που αποκόμισε η οργάνωση εκτιμάται ότι ανέρχεται περίπου στο χρηματικό ποσό των -5.000.000- ευρώ, προερχόμενο από την εκμετάλλευση μεγάλου αριθμού αλλοδαπών πολιτών τρίτων χωρών, στο πλαίσιο των ανωτέρω παράνομων δραστηριοτήτων.
Επισημαίνεται ότι, πλείστοι εκ των εικονικών εργοδοτών έχουν απασχολήσει ξανά τις Αρχές στο παρελθόν για πλήθος αδικημάτων, μεταξύ των οποίων, για ζωοκλοπή, παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων και περί αλλοδαπών, απλές και επικίνδυνες σωματικές βλάβες, απλές και διακεκριμένες κλοπές, απειλές, απόπειρες ανθρωποκτονίας, υφαρπαγές ψευδών βεβαιώσεων, πλαστογραφίες πιστοποιητικών, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.
Από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες, καταστήματα και επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:
- -2- πιστόλια, το ένα μετά του γεμιστήρος,
- -5- φυσίγγια κρότου αερίου,
- -55- φυσίγγια,
- μονόκαννη καραμπίνα άνευ αδείας,
- -19- συσκευές κινητής τηλεφωνίας,
- πλήθος τραπεζικών καρτών υπό στοιχεία αλλοδαπών υπηκόων,
- -8- φορητοί Η/Υ,
- -3- καταγραφικά μηχανήματα,
- -4- συσκευές αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων (στικάκια),
- -2- ρολόγια smart watch,
- διάφορα μικρά χρηματικά ποσά αλλοδαπής προέλευσης (τραπεζογραμμάτια Αιγύπτου και δολάρια Αμερικής),
- πλήθος εγγράφων/ ατζέντες με σημειώσεις,
- πλήθος φ/α διαβατηρίων αλλοδαπών υπηκόων,
- δελτία αστυνομικής ταυτότητας, για τα οποία είχε δηλωθεί ψευδώς απώλεια,
- πλήθος εγγράφων μετακλήσεων αλλοδαπών υπηκόων,
- πλήθος εγγράφων που αφορούσαν πληρωμή παραβόλων για τη μετάκληση αλλοδαπών,
- τραπεζικές κάρτες υπό στοιχεία αλλοδαπών υπηκόων και βιβλιάρια τραπέζης,
- μπλοκ επιταγών,
- πλαστή άδεια οδήγησης και υπεύθυνες δηλώσεις αλλοδαπών,
- φάκελοι με έγγραφα πληρωμών εργοσήμων αλλοδαπών,
- -3- Ι.Χ.Ε. και μοτοσικλέτα και
- το χρηματικό ποσό των -202.170- ευρώ.
Οι συλληφθέντες θα οδηγηθούν στις αρμόδιες εισαγγελικές Αρχές, ενώ η έρευνα συνεχίζεται για τη διακρίβωση του πλήρους εύρους της εγκληματικής τους δραστηριότητας».
Πηγή: neakriti.gr


















