Μια εικόνα γεμάτη αντιφάσεις, συνθέτει το σκηνικό της φετινής τουριστικής σεζόν στην Κρήτη. Από τη μία πλευρά, τα αεροδρόμια του νησιού καταγράφουν σημαντικά ρεκόρ αφίξεων, από την άλλη, η τοπική αγορά, η εστίαση και το λιανεμπόριο βιώνουν μια από τις πιο «άνυδρες» περιόδους των τελευταίων ετών.
Οι αριθμοί των τουριστών μπορεί να ευημερούν, αλλά τα χρήματα δεν φτάνουν στην τοπική οικονομία. Τα πακέτα all-inclusive και η γενικότερη οικονομική στενότητα στην Ευρώπη έχουν επηρεάσει πάρα πολύ την συμπεριφορά των ταξιδιωτών οι οποίοι δεν έχουν μειώσει μόνο τις μέρες των διακοπών τους, αλλά και τα χρήματα που ξοδεύουν στα ταξίδια τους.
«Οι τουρίστες που έρχονται είτε έχουν πολύ περιορισμένες δυνατότητες είτε είναι εξαιρετικά επιφυλακτικοί λόγω της ακρίβειας στις χώρες τους», λένε οι εκπρόσωποι των ξενοδοχειακών ενώσεων, σχολιάζοντας ότι δεν ξοδεύουν ούτε μέσα στα ξενοδοχεία και περιορίζονται σε αυτά που περιλαμβάνει το πακέτο των διακοπών τους.
Παρά την αρχική αισιοδοξία, οι άνθρωποι των ξενοδοχείων εμφανίζονται ιδιαίτερα συγκρατημένοι. Οι πληρότητες αυτή την περίοδο είναι της τάξης του 80%, ενώ άλλες χρονιές τα κρεβάτια γέμιζαν τον Ιούλιο και τον Αύγουστο και μεγάλο μέρος των διανυκτερεύσεων γίνονται στα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Στους εμπορικούς δρόμους του Ηρακλείου, των Χανίων, του Ρεθύμνου του Αγίου Νικολάου, οι καταστηματάρχες της αγοράς και οι ιδιοκτήτες ταβερνών, καφέ και εστιατορίων λένε ότι η αγοραστική κίνηση είναι απελπιστικά υποτονική.
Οι ξένοι επισκέπτες βγαίνουν από τα μεγάλα θέρετρα κυρίως για μια σύντομη βόλτα ή για να φωτογραφίσουν τα αξιοθέατα.
Οι δαπάνες για ένδυση, σουβενίρ και εστίαση έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο. Ακόμη και οι παραδοσιακές αγορές τοπικών προϊόντων, λάδι, μέλι, βότανα, βλέπουν τους τζίρους τους να μειώνονται, καθώς ο τουρίστας του 2026 μετράει και το τελευταίο ευρώ.

















