Δήμος Κισάμου ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Kίσαμος: Στέρνες και στερνάκια στην περιοχή του Ιναχωρίου

Τις τελευταίες δεκαετίες γίνεται περισσότερο κατανοητή η ανάγκη προστασίας των υδάτινων πόρων και η εξοικονόμηση νερού τόσο για ύδρευση, όσο και για άρδευση, αφού η κατανάλωση πολλαπλασιάστηκε και έγινε αισθητή η ανάγκη εξοικονόμησης και ορθολογικότερης χρήσης του υδάτινου αυτού αγαθού.

Στην εποχή μας ο τρόπος πρόσβασης στο ποτιστικό νερό (νερό «άρδευσης» σύμφωνα με τη σύγχρονη ορολογία), έχει αλλάξει και σε μεγάλο βαθμό  διοχετεύεται μέσω  πλαστικών σωλήνων στις υπό άρδευση  περιοχές. Αντλείται δε είτε από γεωτρήσεις, είτε από λιμνοδεξαμενές.

Αν ανατρέξουμε, όμως, σε παλαιότερες εποχές, παρατηρούμε ότι η συγκέντρωση και αποθήκευση του ποτιστικού νερού γινόταν σε δεξαμενές, μεγάλες ή μικρές, που στην καθομιλουμένη τις ονομάζαμε στέρνες ή στερνάκια ανάλογα με τη χωρητικότητά τους.

Η λέξη «στέρνα» έλκει την καταγωγή της  από τη λατινική λέξη cisterna, που  επικράτησε έναντι της ελληνικής λέξης δεξαμενή από την εποχή της Ενετοκρατίας στην Κρήτη.

Η δυσκολία πρόσβασης στο ποτιστικό νερό  στις άνυδρες περιοχές μας με οδήγησε να ερευνήσω τον τρόπο με τον οποίο παλαιότερα σε όλα τα χωριά μας διατηρούσαν και πότιζαν τους κήπους, ώστε κάθε οικογένεια να είναι αυτάρκης σε λαχανικά και να έχει πολλά οπωροφόρα δέντρα. Αυτονόητο ότι η συντήρηση μικρών ή μεγάλων κήπων και οπωροφόρων δέντρων είχε ανάγκη από νερό που εξασφαλιζόταν από μεγάλες ή μικρές στέρνες.

Αναφερόμενοι στη στέρνα εννοούμε δεξαμενή νερού προορισμένη να εξυπηρετεί τους κήπους μιας γειτονιάς ή ενός χωριού, ενώ το στερνάκι ήταν μικρή δεξαμενή νερού για λίγους κήπους. Έχουμε ωστόσο και περιπτώσεις όπου στερνάκια εξυπηρετούσαν ένα μόνο μικρό κήπο.

Τα τοιχώματα της στέρνας ήταν πετρόκτιστα με ασβεστοκονίαμα ως συνεκτική ύλη, ενώ εσωτερικά και εξωτερικά ήταν επιχρισμένα με παχύ ασβεστοκονίαμα (σουβάς).Ο πυθμένας της στέρνας σπάνια ήταν από ασβεστοκονίαμα, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις πυθμένας ήταν το χώμα της γης.  Ωστόσο τα πιο πολλά στερνάκια ήταν κατασκευασμένα απλά από μεγάλες πετρόπλακες καρφωμένες στη γη, ενώ τα διάκενα ήταν καλυμμέναμε χώμα και πηλό.

Έτσι προέκυψαν και τα τοπωνύμια: στο Στερνί, στο Στερνάκι, στη Μακρά Στέρνα, στην Απλαδανόστερνα, στου Σαλή τη Στέρνα και άλλα.

Το στόμιο εξόδου του νερού τον  λέγαμε «πόρο» και συχνά ακούγαμε τη φράση «να στουμπώσεις καλά τον πόρο της στέρνας».

Μερικές στέρνες δεν είχαν νερό μετά τον Ιούνιο ή είχαν ελάχιστο, όμως έστω κι αυτό το λίγο  ήταν αρκετό για να περατωθεί  η καρποφορία των φυτευμένων κηπευτικών. Όσο για τα μικρά στερνάκια, τα περισσότερα στέρευαν το καλοκαίρι και περίμεναν τον χειμώνα για να υδροδοτηθούν.

Από μια έρευνα στην περιοχή των Εννιά Χωριών προέκυψε ο παρακάτω αριθμός στερνών μεγάλων ή μικρών:

Κάμπος 26, Κεραμωτή 20, Αμυγδαλοκεφάλι 21, Λειβάδια 14, Σημαντηριανά 19, Παπαδιανά 20, Κεφάλι 11, Αερινός 30, Βάθη 8, Πλοκαμιανά 2, Τζιτζιφιά 3, Περβόλια 23, Λούχι 19, Έλος 7, Λίμνη 4, Ρογδιά 14, Βλάτος 48, Στροβλές7.

Τα στοιχεία δόθηκαν από καλοπροαίρετους και φίλους συγχωριανούς, που έζησαν και δούλεψαν τις στέρνες και τα στερνάκια και είναι ίσως οι τελευταίοι που γνωρίζουν καλά τις τοποθεσίες, ιδίως των μικρών στερνών, των στερνακιών. Από μετριοφροσύνη δεν θέλουν να αναφερθεί το όνομάτους. Τους ευχαριστώ  πολύ για τη σημαντική συμβολή τους στην έρευνα αυτή.

Παρατηρείται ότι χωριά που είχαν άφθονο νερό, είχαν λιγότερες στέρνες και στερνάκια, αφού με λίγες μεγάλες στέρνες  κάλυπταν τα ποτίσματα των κήπων. Ο μεγάλος αριθμός στερνών και στερνακιών οφείλεται πρωτίστως στην εργατικότητα και επινοητικότητα των κατοίκων να ανακαλύψουν και να εκμεταλλευτούν κάθε πιθανή πηγή νερού ώστε να ποτίσουν έστω και ένα μικρό κομμάτι γης μετατρέποντάς το σε κήπο και φυτεύοντας γύρω του οπωροφόρα δέντρα. Ούτε μια σταλιά νερό δεν έπρεπε να πάει χαμένη.

Όλες οι στέρνες κατασκευάστηκαν με προσωπική εργασία των ενδιαφερομένων σε εδάφη συχνά δύσβατα και με αρκετή επινοητικότητα για να βρεθεί το νερό και να αποθηκευτεί στη στέρνα. Βέβαια, ουδεμία σκέψη υπήρχε τότε να ζητηθεί οικονομική συνδρομή από τις κοινότητες, αν και από τη δεκαετία του 1930 έχουμε τη συμβολή των κοινοτήτων στην κατασκευή κυρίως  των κεντρικών δεξαμενών με την κοινόχρηστη βρύση, από όπου το νερό μετά διοχετευόταν στη στέρνα. Η μεταφορά του νερού στους κήπους από χωμάτινα αυλάκια είχε αρκετά εμπόδια, που τα τελευταία χρόνια εξέλιπαν, γιατί  τα αυλάκια έγιναν τσιμεντένια.

Από μια προσεκτικότερη παρατήρηση του εδάφους που έχουν κατασκευαστεί πολλές στέρνες διαπιστώνουμε την τελειότητα της τεχνικής για τη συλλογή του νερού και το χτίσιμο της στέρνας, ενώ για τη συλλογή του νερού έχουμε περιπτώσεις διάνοιξης σήραγγας μέχρι και 10 μέτρων ή υπόγειων αγωγών μεταφοράς νερού δεκάδων μέτρων.

Ένας απολογισμός των όσων αναφέρονται αποδεικνύει ότι σήμερα ελάχιστες μεγάλες στέρνες παραμένουν χρηστικές και αυτές δεν ποτίζουν 20 ή 30 κήπους, όπως παλιότερα, αλλά συνήθως πολύ λιγότερους, ίσως στις καλύτερες των περιπτώσεων 3 ή 4. Ούτε σκέψη για τα μικρά στερνάκια που παραμένουν ανενεργά και μας θυμίζουν τη φροντίδα που οι παλιότεροι είχαν για να τα χτίσουν και να τα χρησιμοποιήσουν.

Η αναδρομή σ’ αυτό το παμπάλαιο   σύστημα άρδευσης των χωριών μας  αποδεικνύει την εφευρετικότητα και την εργατικότητα των πατέρων  μας προκειμένου να εκμεταλλευτούν και το λιγοστό νερό που υπήρχε έστω και για λίγους μήνες τον χρόνο. Ωστόσο με το ποτιστικό νερό που εξασφάλιζαν κατ’ αυτόν τον τρόπο είχαν επάρκεια οπωροκηπευτικών και δεν περίμεναν, όπως σήμερα, τον αυτοκινούμενο μανάβη να περάσει για να προμηθευτούν φρέσκα φρούτα και λαχανικά.

Από τη μικρή αυτή έρευνα προκύπτει ότι στα 18 αναφερόμενα χωριά λειτουργούσαν συνολικά 296 στέρνες και στερνάκια για ποτιστικό νερό, αριθμός αρκετά σημαντικός  για την περιοχή μας.

Αυτές οι στέρνες και αυτά τα στερνάκια μετέτρεψαν την άνυδρη γη των χωριών μας σε καρποφόρους κήπους.

Βασίλης Σημαντηράκης, Πρέσβης ε.τ.