ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ Δήμος Κισάμου

Κίσαμος: Μια «εκδρομή» στο Στόμιο στην Κατοχή

Ήτανε κατοχή. Κυριαρχούσαν ο φόβος, ο κίνδυνος, η αβεβαιότητα, ο αγώνας για επιβίωση. Φως στον ορίζοντα δεν φαινότανε, Όλα μαύρα. Όμως μια σπίθα ελπίδας σιγόκαιγε στην καρδιά μας.

Ανέχεια. Όλα εκ των ενόντων, όμως ενόντων μη υπαρχόντων ενίοτε, ακολουθούσε το αδιέξοδο.

Στα χωριά η κατάσταση από άποψη επιβίωσης δεν ήταν και τόσο άσχημη. Eκτός από τα βασικά, λάδι, σιτάρι ή κριθάρι, υπήρχαν κρεατικά (ρίφια, αρνιά, χοίροι, κοτόπουλα, κουνέλια), γαλακτοκομικά (γάλα, τυρί, ανθότυρος, μυζήθρα, βούτυρο) και τα παράγωγά τους (χόντρος, χυλοπίτες). Υπήρχαν επίσης κηπευτικά κάθε λογής, χόρτα άγρια, φρούτα κάθε εποχής. Επίσης υπήρχαν και όσπρια (φακές, ψαρές, φασόλια, ρεβίθια), αλλά και αυγά. Όλα αυτά βέβαια με την εργασία και τους κόπους όλης της οικογένειας.

Τη ζάχαρη την αντικατέστησαν με μέλι και πετιμέζι, τα μακαρόνια με χυλοπίτες, το ρύζι με σιτάρι, τον καφέ και το τσάι με ρεβίθια και τα βραστάρια (δίκταμο, μαλοτήρα, φασκομηλιά, ματζουράνα).

Τα ρούχα εσυντηρούντο με μπαλώματα και κατασκευές στον αργαλειό με βαμβάκι, μαλλί, λινάρι.

Τα παπούτσια με «πεδούλια» και λάστιχα από παλιές ρόδες αυτοκινήτων.

Στις πόλεις βέβαια τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα και ιδίως στην Αθήνα. Πείνα, αλλά και θάνατοι, προπαντός τον πρώτο χρόνο. Τη δύσκολη αυτή εποχή όπως και σε κάθε δύσκολη εποχή εμφανίστηκαν οι μαυραγορίτες. Σε ένα μου βιβλίο γράφω:

«Λουλούδι που άνθισε αυτή την εποχή ήταν η μαύρη αγορά. Λογής, λογής μεταπράτες συνηθισμένοι ή περιστασιακοί εξασφάλιζαν ορισμένα είδη πρώτης ανάγκης ή και όχι, από άλλους μαυραγορίτες από παραγωγούς ή και από τους ίδιους τους Γερμανούς και τα μεταπουλούσαν όσο ήθελαν, συνήθως με είδος, γιατί το χρήμα – η δραχμή – κάθε ημέρα είχε άλλη τιμή και ήταν σχεδόν αδύνατο να γίνουν συναλλαγές με αυτήν.

Οι μαυραγορίτες, μικροί ή μεγάλοι, μπορεί να ήταν παράσιτα, αλλά σε τελευταία ανάλυση πρόσφεραν και θετική υπηρεσία στην επιβίωση του πληθυσμού τη μαύρη εκείνη εποχή. Εξ άλλου γνωστό είναι ότι στις δύσκολες περιόδους μιας κοινωνίας ή κάθε έθνους οι μαυραγορίτες, μικρής ή μεγάλης εμβέλειας, προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με το αζημίωτο ή, μάλλον, πλουτίζοντας σε λίγο διάστημα.»

Το κύριο συναλλακτικό μέσον της εποχής εκείνης, ήταν το λάδι που στην περιοχή μας ήταν άφθονο. Μια οκά στάρι ανταλλαζόταν με δύο οκάδες λάδι, ένα κατσίκι με δέκα οκάδες λάδι, ένα ζευγάρι παπούτσια με είκοσι οκάδες λάδι.

Ακόμη και οι προίκες των κοριτσιών συστήνονταν με λάδι. Μια μέση προίκα ήταν πέντε χιλιάδες οκάδες λάδι.Έπαιρνε ο αδελφός, έδινε στην αδελφή. Πολλές φορές υπήρξαν αθετήσεις με κίνδυνο διάλυσης του προξενιού. Το λάδι το διαχειρίζονταν οι λαδέμποροι στους λαδομαγατζέδες.Ήταν κατά κάποιο τρόπο οι τράπεζες της εποχής. Κάποιες φορές μερικοί πονηροί – μπαταχτσήδες «επτώχευαν» και πολλά κορίτσια έχαναν την προίκα τους.

Λιγο αργότερα οι συναλλαγές γίνονταν με χρυσές λίρες Αγγλίας, πολλές τέτοιες ήρθαν στην Κρήτη από τις Βρετανικές μυστικές υπηρεσίες για τις ανάγκες του αγώνα. Και εδώ όμως υπήρξαν ατασθαλίες με την κατακράτηση από τους διαχειριστές.  Συναλλαγές σε μικροπράγματα γίνονταν και με τσιγάρα. Οι παλιοί θα θυμούνται τα στρογγυλά τσιγάρα του Μανωλικάκη σε κούτες των εκατό.

Ας επιστρέψουμε όμως στην αρχή γιατί αρκετά παραστρατίσαμε.

Κατοχή… 2ος χρόνος. Μια μέρα ο πατέρας μου μας λέει πως στο Στόμιο οι Πιμπλήδες λειτουργούν κατάστημα και  αγοράζουν λάδια που τα στέλνουν με καΐκια στον Πειραιά. «Αύριο θα πάμε κι εμείς ένα γομάρι. Θα το πάεις εσύ Νίκο» Φαίνεται πως υπολόγιζε τις ικανότητές μου!!! «Θα έρθει και ο Ηλίας του Πανάγου με ένα φορτίο και αυτός». Το πρωί ο πατέρας μου και ο αδελφός μου γέμισαν δυο ασκιά από το λαδοπίθαρο, τα φόρτωσαν στη ν φοράδα μας, ήρθε και ο Ηλίας, και ξεκινήσαμε την «εκδρομή» για το Στόμιο. Στροβλές – Έλος – Περιβόλια – Κούμνενι –  Πλοκαμιανά – Στόμιο» Εγώ πέρα από το Έλος που πήγαινα στο Μύλο, δεν είχα ξαναπάει. Φτάσαμε κατά το μεσημεράκι. Μας ξεφόρτωσαν τα ασκιά, τα ζύγιασαν, τα άδειασαν σε ένα βαρέλι, τα άφησαν λίγο για να σουρώσουν, πήραν το απόβαρο, έκαναν το λογαριασμό και μας έδωσαν τα χρήματα. Αν θυμάμαι καλά εκατό χιλιάδες. Τα έβαλα στο σακούλι, έδεσα τα άδεια ασκιά στα σκαρβέλια του σαμαριού, καβαλικέψαμε τα «χτήματα» και ξεκινήσαμε για την επιστροφή από τον ίδιο δρόμο.

Τώρα η απόσταση μου φάνηκε πιο μικρή. Λέγεται πως ο νόστος της επιστροφής μικραίνει τις αποστάσεις.

Φθάσαμε με το «μούντισμα» στο χωριό. Ο αδελφός μου πήρε τη φοράδα για τον σταύλο. Ο πατέρας μου πήρε τα ασκιά, τα φούσκωσε, τα κρέμασε σε ένα δοκάρι να μην τα φάνε οι ποντικοί και πήρε το σακούλι με τα χρήματα. Εγώ ανέβηκα στην κουζίνα. Η μητέρα ετοίμαζε το βραδυνό φαγητό. Όλοι ευχαριστημένοι. Εγώ ένοιωθα ότι ήμουν ο ήρωας της ημέρας που έφερα εις πέρας μια δύσκολη αποστολή. Δεν είπα ότι ήμουν δεκάξι ετών με κοντό παντελόνι. Δεν ξαναπήγαμε λάδι στο Στόμιο. Ίσως δεν είχαμε άλλο, ίσως βρήκαμε πιο βολικό τρόπο διάθεσης.

Ήταν και αυτή η επιχείρηση μια ψηφίδα στο μωσαϊκό τόσων άλλων περιπτώσεων της εποχής εκείνης.

Και κάτι ακόμη για την ιστορία και τους πρωταγωνιστές.

Ο Ηλίας ύστερα από μερικούς μήνες πνίγηκε όταν το καΐκι με το οποίο πήγαινε από το Καστέλι στην Αθήνα για σπουδές, βυθίστηκε έξω από τις ανατολικές ακτές της Πελοποννήσου από Βρετανικό αεροπλάνο.

Ο ένας Πιμπλής, ο Επαμεινώνδας, σκοτώθηκε στο Κεφάλι από τους Γερμανούς κατά την πρώτη εξόρμηση στα Εννιά Χωριά στις 13 Αυγούστου 1944. Ο άλλος ο Δημοσθένης, συνελήφθη κατά την δεύτερη εξόρμηση, μετεφέρθη στην Αγυιά και εκτελέστηκε μαζί με άλλους Εννιαχωριανούς και πολλούς άλλους, στις 29 Αυγούστου 1944.

Ήταν τα αντίποινα για την προσβολή της Γερμανικής φάλαγγας στο φαράγγι του Κατσοματάδω στις 10 Αυγούστου.

Τέτοιες ιστορίες και άλλες παρόμοιες ή διαφορετικές της εποχής εκείνης έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη ημών των παλαιοτέρων και μας συνοδεύουν και θα μας συνοδεύουν σε όλο μας το βίο.

Νίκος Βαβουλές

Τηλ. 28210 90184

Email.nivavs@gmail.com