Με τις κενές οργανικές θέσεις στα νοσοκομεία της Κρήτης να υπερβαίνουν το 30%, σε ένα σύνολο άνω των 6.200 προβλεπόμενων θέσεων, αναδεικνύεται ένα χρόνιο και βαθιά δομικό πρόβλημα του δημόσιου Συστήματος Υγείας στο νησί. Όπως επισημαίνουν οι Σύλλογοι Εργαζομένων, καθώς και οι πρόεδροι των Ιατρικών Συλλόγων Ηρακλείου και Ρεθύμνου, τα ισχύοντα οργανογράμματα κρίνονται ανεπαρκή, καθώς δεν αντανακλούν τις πραγματικές και διαρκώς αυξανόμενες υγειονομικές ανάγκες των νοσοκομείων.
Οι υφιστάμενοι οργανισμοί στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στις “επικαιροποιήσεις” του 2012, περίοδο κατά την οποία εφαρμόστηκαν συγχωνεύσεις δομών και δραστικές περικοπές οργανικών θέσεων. Έκτοτε, τα νοσοκομεία αναπτύχθηκαν στην πράξη με νέες κλινικές, υπηρεσίες και όγκο περιστατικών, χωρίς αντίστοιχη θεσμική προσαρμογή.
Το αποτέλεσμα; Ένα διευρυμένο χάσμα ανάμεσα στον τυπικό οργανισμό και τη λειτουργική πραγματικότητα. Την ίδια ώρα, οι διοικήσεις των νοσοκομείων έχουν ήδη καταθέσει προτάσεις για αλλαγές στους οργανισμούς ενόψει της νέας κατανομής που αναμένεται να ανακοινωθεί από το υπουργείο. Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, στο Βενιζέλειο ζητείται αύξηση των κλινών από 440 σε 500, ενώ στο Νοσοκομείο Αγίου Νικολάου προτείνεται αύξηση των οργανικών θέσεων από 475 σε 550, ώστε να καλυφθούν περικοπές του 2012.
ΠΑΓΝΗ: Οι αόρατες ανάγκες από την επέκταση των κλινικών
Σε επίπεδο στελέχωσης, η εικόνα στο ΠΑΓΝΗ είναι αποκαλυπτική: από τις συνολικά 1.911 προβλεπόμενες οργανικές θέσεις στο νοσοκομείο, καλυμμένες εμφανίζονται περίπου οι 1.194 (62,48%), ενώ 508 οργανικές θέσεις παραμένουν κενές (26,58%) και όλα αυτά σε ένα πλαίσιο όπου ο οργανισμός παραμένει αμετάβλητος από το 2012 και οι ανάγκες περίθαλψης έχουν αυξηθεί κατακόρυφα, έχουν αναπτυχθεί νέες κλινικές και μονάδες και έχει διευρυνθεί σημαντικά η επιστημονική και εκπαιδευτική δραστηριότητα του νοσοκομείου, με τον υφιστάμενο οργανισμό θα χαρακτηρίζεται ως «παρωχημένος».
Ακόμη και αυτός ο ξεπερασμένος θεσμικός σχεδιασμός, λοιπόν, δεν καλύπτεται στην πράξη, όπως αποδεικνύεται από τα εκτεταμένα κενά σε όλες τις κατηγορίες προσωπικού, ενώ πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις πρόσθετες ανάγκες που προέκυψαν από τις επεκτάσεις και τις νέες λειτουργίες, οι οποίες δεν έχουν ενσωματωθεί στον οργανισμό, όπως περιγράφουν ο πρόεδρος εργαζομένων του ΠΑΓΝΗ, κ. Δημήτρης Βρύσαλης, καθώς και ο πρόεδρος ΙΣΗ και διευθυντής ΕΣΥ της Καρδιολογικής Κλινικής του ΠΑΓΝΗ, κ. Αλέξανδρος Πατριανάκος, ο οποίος τόνισε ότι «πρέπει να γίνει κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων», επισημαίνοντας παράλληλα πως με τον νέο υγειονομικό χάρτη θα πρέπει να δημιουργηθούν και περισσότερες οργανικές θέσεις, ανάλογα με την αύξηση του φόρτου εργασίας και την πρόοδο της Ιατρικής ανά ειδικότητα και κλινική.
Ενδεικτικά, τα τελευταία χρόνια στο ΠΑΓΝΗ αναπτύχθηκαν και λειτουργούν:
* Το Κέντρο και η Μονάδα Αγγειακών Εγκεφαλικών Επεισοδίων,
* Η Μονάδα Ημερήσιας Νοσηλείας,
* Η κατ’ οίκον νοσηλεία,
* Η Μονάδα Νοσοκομειακών Λοιμώξεων,
* Η Μονάδα Διάλυσης Κυτταροστατικών,
* Οι ψυχιατρικοί ξενώνες,
* Το Κέντρο Ημέρας Alzheimer,
* Νέες εργαστηριακές και διαγνωστικές λειτουργίες, όπως το PET.
Όπως επισημαίνει διαχρονικά ο Σύλλογος Εργαζομένων, οι δομές αυτές αυξάνουν το εύρος και την πολυπλοκότητα της παρεχόμενης φροντίδας, χωρίς να συνοδεύονται από αντίστοιχες οργανικές θέσεις, δημιουργώντας θεσμικά “αόρατες” ανάγκες σε προσωπικό, καθώς δεν έχουν ενταχθεί στο οργανόγραμμα του νοσοκομείου.
Κλειστές κλίνες, ανενεργά χειρουργεία και Οργανισμός καθηλωμένος στο παρελθόν σκιαγραφούν την κατάσταση που επικρατεί
Ειδικά στο ΠΑΓΝΗ, όπου λειτουργούν 45 κλινικές με καθημερινή εφημερία για όλη την Κρήτη, αντί για μόνιμες προσλήψεις εφαρμόζονται προσωρινές λύσεις με μετακινήσεις προσωπικού, με αποτέλεσμα οι νοσηλευτές να καλούνται συχνά να καλύπτουν πολλαπλές βάρδιες και καθήκοντα λόγω σοβαρών ελλείψεων σε κρίσιμες ειδικότητες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Μαιευτική-Γυναικολογική Κλινική, όπου από τις 60 προβλεπόμενες οργανικές θέσεις μαιών υπηρετούν 29 μόνιμες και 12 συμβασιούχες. Αντίστοιχα, στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης Καρδιοπαθών, η οποία λειτουργεί με 9 κλίνες, το προσωπικό μειώθηκε από 25 εργαζομένους πριν από δύο έτη σε 18, με αποτέλεσμα τη μείωση της στελέχωσης ανά βάρδια από τέσσερα άτομα σε τρία.
Βενιζέλειο: Επεκτάσεις υποδομών χωρίς προσωπικό
Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο, όπου από τις 1.193 προβλεπόμενες οργανικές θέσεις καλύπτονται μόλις 737 (περίπου 62%), ενώ 455 παραμένουν κενές, την ίδια στιγμή που το σύνολο του υπηρετούντος προσωπικού, μαζί με τους συμβασιούχους, περιορίζεται στους 1.048 εργαζόμενους. Σήμερα, τρεις κλίνες ΜΕΘ παραμένουν κλειστές και τρία χειρουργικά τραπέζια εκτός λειτουργίας λόγω έλλειψης προσωπικού, παρότι οι υποδομές υπάρχουν, περιορίζοντας άμεσα τη δυναμικότητα του νοσοκομείου σε κρίσιμες παρεμβάσεις.
Παράλληλα, το Τμήμα Αξονικού-Μαγνήτη καλύπτει εφημερίες με “δανεικούς” γιατρούς, γεγονός που σύμφωνα με τον Σύλλογο καταδεικνύει τη δυσκολία σταθερής στελέχωσης, ενώ νέες μονάδες, όπως η Στεφανιογραφία, λειτουργούν χωρίς να προβλέπονται στον Οργανισμό, αναδεικνύοντας ένα νοσοκομείο που έχει εξελιχθεί στην πράξη, αλλά όχι θεσμικά. Η ρίζα των δυσλειτουργιών, σύμφωνα με το Σωματείο Εργαζομένων, εντοπίζεται αφενός στις μη καλυμμένες οργανικές θέσεις και αφετέρου στον παρωχημένο Οργανισμό του νοσοκομείου.
Παρότι το 2019 ολοκληρώθηκε επέκταση με νέα πτέρυγα 7.500 τ.μ., αυτή δεν ενσωματώθηκε ποτέ θεσμικά, ενώ 95 οργανικές θέσεις που καταργήθηκαν το 2012 δεν επεστράφησαν. Το ισχύον πλαίσιο αναλογίας προσωπικού προς κλίνες βασίζεται σε δεδομένα άλλης εποχής, με το Π.Δ. του 1986 να θεωρείται πλέον ανεπαρκές.
Σύμφωνα με τις οδηγίες του ΠΟΥ, απαιτείται ένας νοσηλευτής ανά έξι κλίνες ανά βάρδια και συνολικά 17 έως 20 άτομα για πλήρη 24ωρη κάλυψη, αναλογίες που δεν τηρούνται στο Βενιζέλειο, ούτε με τον υφιστάμενο οργανισμό, καθότι στη Νοσηλευτική Υπηρεσία καταγράφονται 207 μη καλυμμένες οργανικές θέσεις, ποσοστό περίπου 35%, με αποτέλεσμα ανεπαρκή στελέχωση. Αποτέλεσμα: σε αρκετά τμήματα καλύπτεται βάρδια από μία μόνο νοσηλεύτρια, ενώ σωρεύονται χιλιάδες οφειλόμενες ημέρες ανάπαυσης και αδειών.
Η υποστελέχωση επεκτείνεται και στις λοιπές υπηρεσίες. Στην καθαριότητα, ο Οργανισμός προβλέπει 18 θέσεις, ενώ οι πραγματικές ανάγκες ξεπερνούν τους 90 εργαζόμενους. Η Τεχνική Υπηρεσία λειτουργεί με κάλυψη μόλις 43% των οργανικών θέσεων και μόνο δύο ΠΕ μηχανικούς, ενώ η Διοικητική Υπηρεσία καλύπτει περίπου το 40%, επηρεάζοντας ραντεβού και διαχείριση ασθενών. Παράλληλα, όπως μεταφέρει το Σωματείο, στον τομέα της Πληροφορικής, με μόλις επτά υπαλλήλους, δεν είναι δυνατή η κάλυψη των αναγκών ψηφιακού μετασχηματισμού, NIS2 και GDPR, οδηγώντας στο αίτημα για σύσταση Διεύθυνσης Πληροφορικής και αυτόνομου Τμήματος Κυβερνοασφάλειας.
Η κατάσταση στα υπόλοιπα νοσοκομεία του νησιού
Παρόμοια στάση περί της αδυναμίας των υφιστάμενων οργανισμών να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των νοσοκομείων σε βάθος χρόνου εξέφρασαν τόσο η πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ρεθύμνου, κ. Πέλλα Νεονάκη, όσο και το Διοικητικό Συμβούλιο του ΓΝΑΝ, το οποίο στις 28 Ιανουαρίου 2026 εξέδωσε απόφαση σχετικά με την απάντηση για τις τροποποιήσεις του Οργανισμού του νοσοκομείου.
Ειδικότερα, όπως αναλύθηκε και στο χθεσινό β’ μέρος της έρευνας, το Νοσοκομείο Ρεθύμνου έχει σοβαρή υποστελέχωση: από 468 οργανικές θέσεις καλύπτονται μόνο 336, σε ένα σύστημα όπου προβλήματα υπάρχουν στην Παθολογική Κλινική, την Αναισθησιολογική, την Παιδιατρική και τη Μαιευτική, με κάλυψη μέσω υπερεφημερεύσεων, με την κ. Νεονάκη να σχολιάζει: «Ενώ φαίνεται ότι είναι καλυμμένες οι θέσεις, όταν προκύπτουν προβλήματα (αναρρωτικές άδειες), επειδή οι οργανισμοί προβλέπουν οριακά τη λειτουργία, δηλαδή στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο να βγαίνει το πρόγραμμα, εάν προκύψει μια αναρρωτική άδεια, τότε τα κενά καλύπτονται με υπερεφημέρευση των γιατρών».
Ωστόσο, το ζήτημα δεν περιορίζεται στις έκτακτες ανάγκες, αλλά όπως σημειώνει η κ. Νεονάκη, επεκτείνεται: «Στις ελλείψεις του επιστημονικού, μη ιατρικού προσωπικού (π.χ. χειριστές ιατρικών μηχανημάτων, προσωπικό βιολογικών εργαστηρίων) θα πρέπει να προσθέσουμε και την ανάπτυξη νέων υπηρεσιών (π.χ. καινούργιων εξετάσεων στα μικροβιολογικά εργαστήρια) και απόκτηση νέου ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, όπως ο μαγνητικός τομογράφος, που αυτόματα αυξάνουν κατά πολύ τις ανάγκες σε προσωπικό για να λειτουργήσουν σε σχέση με τον εξοπλισμό και τις δυνατότητες που είχαμε το 2012, που αφορούν οι προβλεπόμενες οργανικές θέσεις».
Ταυτόχρονα, για το ΓΝΝ Ρεθύμνου, η αυξημένη πληθυσμιακή πίεση, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη νέων υπηρεσιών Υγείας στο νοσοκομείο, έχουν διευρύνει σημαντικά τις ανάγκες του συστήματος. Ωστόσο, το υπάρχον ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό δεν επαρκεί για να τις καλύψει, με αποτέλεσμα σοβαρές ελλείψεις σε κρίσιμες κλινικές και τμήματα. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι στη ΜΕΘ παραμένουν κλειστά δύο κρεβάτια λόγω έλλειψης προσωπικού, ενώ αντίστοιχα προβλήματα καταγράφονται στο Αναισθησιολογικό, τη Χειρουργική και άλλες μονάδες.
Σύμφωνα με τη δήλωση της κ. Νεονάκη, η πρόταση του Επιστημονικού Συμβουλίου για τον νέο οργανισμό του νοσοκομείου προβλέπει τουλάχιστον 116 από τις υφιστάμενες 93 προβλεπόμενες θέσεις γιατρών, γεγονός που, ακόμη κι έτσι, θα άφηνε τις ελλείψεις στο 40%, αποτυπώνοντας το μέγεθος του προβλήματος. Αντίστοιχα, με τις προβλεπόμενες οργανικές θέσεις στο ΓΝΑΝ να ανέρχονται σήμερα σε 475, εκ των οποίων καλυμμένες είναι μόλις οι 283 οργανικές, η έκταση του ζητήματος αποτυπώνεται και στο πλαίσιο όπου με τις “μνημονιακές περικοπές” του 2021 από το νοσοκομείο “κόπηκαν” 65 προβλεπόμενες οργανικές θέσεις.
Όσον αφορά τα παραπάνω, το Διοικητικό Συμβούλιο του Σωματείου ΓΝΑΝ, έπειτα από συνεδρίαση στις 28 Ιανουαρίου, εξέδωσε ανακοίνωση αναφορικά με την τροποποίηση των οργανισμών των νοσοκομείων του ΕΣΥ, όπου και τονίζεται ότι οι οργανισμοί του 2011-2012 δεν ανταποκρίνονται πλέον στις σύγχρονες και μελλοντικές ανάγκες λειτουργίας των δημόσιων νοσοκομείων. Κεντρικό εμπόδιο, σύμφωνα με το Δ.Σ., αποτελεί το Π.Δ. 87/1986, το οποίο καθορίζει τις αναλογίες προσωπικού ανά κλίνη, ενώ η οδηγία του υπουργείου Υγείας για την τροποποίηση των οργανισμών αναφέρει ότι «οι όποιες προτάσεις θα πρέπει να λάβουν υπόψη το δημοσιονομικό πλαίσιο».
Σύμφωνα με το Συμβούλιο, το σχέδιο που έχει καταρτίσει η διοίκηση του ΓΝΑΝ κινείται σε αυτή τη λογική, προτείνοντας μικρή αύξηση κλινών από 165 σε 180, και την περιορισμένη αύξηση οργανικών θέσεων ιατρών από 75 σε 81. Παρότι αναγνωρίζεται ως θετικό το γεγονός ότι υπήρξε διάλογος και συμμετοχή εκπροσώπων των εργαζομένων, το Δ.Σ. θεωρεί ότι οι αλλαγές δεν επαρκούν και για τον λόγο αυτό ο Σύλλογος ζητά την τροποποίηση του νομικού πλαισίου και στηρίζει την πρόταση για αύξηση των οργανικών κλινών του νοσοκομείου στις 220, με αντίστοιχη αύξηση των θέσεων εργασίας, ώστε το ΓΝΑΝ να μπορεί να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Τα αιτήματα: Τι προτείνει ο Σύλλογος Εργαζομένων ΠΑΓΝΗ
Απέναντι στη σημερινή λειτουργική εικόνα, ο Σύλλογος Εργαζομένων του ΠΑΓΝΗ καταθέτει ένα πλαίσιο προτάσεων, με τα αιτήματα να κινούνται σε δύο άξονες: τη συνολική στελέχωση και την επικαιροποίηση του παρωχημένου οργανισμού, ενώ σε οριζόντιο επίπεδο ζητείται:
* Άμεση και ταυτόχρονη προκήρυξη όλων των κενών οργανικών θέσεων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης,
* Ουσιαστικά κίνητρα και επιτάχυνση των διαδικασιών πρόσληψης,
* Μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων εργαζομένων.
Ο πρόεδρος εργαζομένων κ. Δημήτρης Βρύσαλης, αναφερόμενος στους οργανισμούς των νοσοκομείων, δήλωσε ρητά: «Είναι αναγκαιότητα οι νέοι οργανισμοί να καλύπτουν τις υγειονομικές ανάγκες των ασθενών και τα δικαιώματα των υγειονομικών».
Όπως τόνισε:
” Κάθε συζήτηση για νέο οργανισμό είναι κενό γράμμα εάν δε συνοδεύεται από:
- Πλήρη κρατική χρηματοδότηση των δημόσιων Μονάδων Υγείας.
- Ανάπτυξη της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας σε πανελλαδικό επίπεδο, με έμφαση στην πρόληψη.
- Μαζικές προσλήψεις υγειονομικών όλων των ειδικοτήτων, με μόνιμη, πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.
- Μονιμοποίηση των συμβασιούχων.
- Άνοιγμα των νοσοκομείων που έκλεισαν.
- Πλήρη στελέχωση του ΕΚΑΒ με μόνιμο προσωπικό και ανανέωση του στόλου επίγειων, πλωτών και εναέριων μέσων“.
Ριζική αναθεώρηση: Τι ζητά ο Σύλλογος Εργαζομένων του Βενιζελείου
Ο Σύλλογος Εργαζομένων του Βενιζέλειου Νοσοκομείου σε σχετικό υπόμνημα καταθέτει πρόταση για ριζική αναθεώρηση του Οργανισμού του νοσοκομείου, υποστηρίζοντας ότι μόνο μέσω ενός επικαιροποιημένου και ρεαλιστικού πλαισίου μπορεί να καλυφθεί το χάσμα μεταξύ θεσμικών προβλέψεων και πραγματικών λειτουργικών αναγκών.
Σύμφωνα με την πρόταση, το σύνολο των οργανικών θέσεων θα πρέπει να φτάσει περίπου τις 2.000, έναντι των 1.193 εργαζομένων που υπηρετούν σήμερα, που περιλαμβάνει την επαναφορά των 95 οργανικών θέσεων που καταργήθηκαν το 2012, καθώς και τη θεσμική ενσωμάτωση όλων των νέων μονάδων που σήμερα λειτουργούν χωρίς να προβλέπονται στον ισχύοντα Οργανισμό, με στόχο τη δημιουργία ενός σύγχρονου Οργανισμού, προσαρμοσμένου στις πραγματικές κλίνες, τις νέες υποδομές και τις σύγχρονες απαιτήσεις ενός μεγάλου δημόσιου νοσοκομείου.
Παράλληλα, ζητείται η σύσταση Διεύθυνσης Πληροφορικής και αυτοτελούς Τμήματος Κυβερνοασφάλειας, προκειμένου να καλυφθούν οι αυξημένες απαιτήσεις που προκύπτουν από τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την εφαρμογή του GDPR και της οδηγίας NIS2.
Αναλυτικά, οι οργανικές θέσεις προτείνονται να αυξηθούν ως εξής:
Ιατροί ΕΣΥ: από 198 προβλεπόμενες οργανικές θέσεις σε 280.
Νοσηλευτική Υπηρεσία: από 597 σε 840 θέσεις.
Παραϊατρικό προσωπικό: από 115 σε 170 θέσεις.
Τεχνική Υπηρεσία: από 54 σε 80 θέσεις.
Διοικητική Υπηρεσία: από 208 σε 350 θέσεις.
Πληροφορική: από μόλις 8 σε 40 θέσεις.
Ειδικευόμενοι γιατροί: από 170 σε 240.
Ιατρικός Σύλλογος Ηρακλείου: Η θέση του για τους οργανισμούς των νοσοκομείων
Παρέμβαση για το κρίσιμο ζήτημα των οργανικών θέσεων στα νοσοκομεία έκανε έπειτα από έκκληση της “Νέας Κρήτης” και ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ηρακλείου, κ. Αλέξανδρος Πατριανάκος, αλλά και διευθυντής ΕΣΥ στην Καρδιολογική Κλινική του ΠΑΓΝΗ, υπογραμμίζοντας την ανάγκη άμεσης αναθεώρησης των υφιστάμενων οργανισμών, με βάση τα σημερινά δεδομένα και τις πραγματικές ανάγκες του ΕΣΥ.
Όπως ξεκαθάρισε εξαρχής ο κ. Πατριανάκος, «οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι τα νοσοκομεία λειτουργούν προς το παρόν με ασφάλεια και είναι και βιώσιμα», ωστόσο το πρόβλημα εντοπίζεται στη χρόνια υποστελέχωση και στο ξεπερασμένο πλαίσιο οργανικών θέσεων. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο γεγονός ότι οι σημερινές κενές οργανικές θέσεις βασίζονται σε οργανόγραμμα του 1986, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «δεν μπορούμε να μιλάμε με αυτούς τους όρους πλέον σήμερα». Όπως εξήγησε, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η κάλυψη των υφιστάμενων κενών, αλλά και η ανάγκη δημιουργίας νέων θέσεων στα τμήματα, καθώς «οι υφιστάμενοι οργανισμοί δεν ανταποκρίνονται στα υφιστάμενα δεδομένα».
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε το ΠΑΓΝΗ, τονίζοντας ότι «η Καρδιολογική Κλινική του ΠΑΓΝΗ έχει επεκταθεί» και πλέον πραγματοποιούνται σύγχρονες πράξεις, όπως η τοποθέτηση διακαθετηριακών βαλβίδων, ενώ παρόμοιο μοτίβο επέκτασης των ειδικοτήτων ακολουθούν και άλλα τμήματα που λειτουργούν στο ΠΑΓΝΗ, δεν περιλαμβάνονται ωστόσο στον Οργανισμό του νοσοκομείου. Ο ίδιος σημείωσε ότι έχουν δημιουργηθεί νέα τμήματα και νέες μονάδες, ενώ «με το ήδη υπάρχον προσωπικό, πλέον, είμαστε λίγοι», με τις εν λόγω συνθήκες να ισχύουν και για τη Νευρολογία, την Ακτινολογία και τις περισσότερες ειδικότητες, καθώς ως πανεπιστημιακό νοσοκομείο το ΠΑΓΝΗ οφείλει να ακολουθεί τις εξελίξεις της Ιατρικής.
Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος ως πρόεδρος του ΙΣΗ υπενθύμισε ότι εδώ και χρόνια ο Σύλλογος ζητά νέο υγειονομικό χάρτη «με πρόβλεψη δημιουργίας νέων οργανικών θέσεων, με όραμα το 2050-2060», ώστε να προβλεφθούν οι μελλοντικές ανάγκες, ενώ αναφερόμενος στις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ευρωπαϊκής οδηγίας για το 48ωρο, σημείωσε ότι απαιτείται «τουλάχιστον 25% πάνω» σε προσωπικό ανά τμήμα, δεδομένου ότι σήμερα οι περισσότεροι γιατροί εργάζονται πολύ περισσότερες ώρες. Σε κάθε περίπτωση, το μήνυμα του κ. Πατριανάκου και του ΙΣΗ παρέμεινε σαφές, με τον ίδιο να τονίζει: «Οφείλουμε να προκηρυχθούν όλες οι κενές θέσεις» και να υπάρξει πρόβλεψη για νέες οργανικές, με βάση τον υγειονομικό χάρτη και το έργο κάθε τμήματος.
Πηγή: neakriti.gr

















