Σε φάση προσαρμογής ξεκίνησε το 2026 για την παγκόσμια αγορά ελαιολάδου, με τη ζήτηση να παραμένει σταθερά υψηλή και τις τιμές να σημειώνουν πτώση σε πολλές από τις βασικές περιοχές παραγωγής. Η Ελλάδα, ως ένας από τους κορυφαίους παραγωγός, παραμένει καθοριστική αγορά για τη συνολική εικόνα της Μεσογείου, με την παραγωγή για τη σεζόν 2025/26 να εκτιμάται στους 220.000 τόνους, έναντι 250.000 τόνων το 2024/25, καταγράφοντας μείωση περίπου 30.000 τόνων. Σημαντική είναι η συνεισφορά των περιοχών και της Κρήτης, που συνεχίζουν να στηρίζουν την ελληνική παραγωγή.
Σημάδια ανάκαμψης εμφανίζει και η παγκόσμια κατανάλωση, με τους τόνους να φτάνουν τους 3.215.000 το 2024/25, αύξηση 15,3% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, ενώ για τη σεζόν 2025/26 προβλέπεται μικρή άνοδος περίπου 1%, φτάνοντας τους 3.248.000 τόνους. Η ζήτηση εκτός Ευρώπης παραμένει ισχυρή, κυρίως σε αγορές όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ιαπωνία, όπου η αύξηση κυμαίνεται μεταξύ +10% και +28%.
Σύμφωνα με τον Ο.Τ., η κατανάλωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να μειωθεί κατά 3%, με την Ισπανία να καταγράφει αύξηση 5%, την Ιταλία πτώση 9% και την Ελλάδα μείωση 16%, φτάνοντας τους 73.000 τόνους.

Η σημαντική αύξηση παραγωγής την περίοδο 2024/25 αποτυπώνει δυναμική ανάκαμψη μετά από δύσκολα χρόνια, ενώ για το 2025/26 η εκτίμηση προβλέπει πιθανές επιπτώσεις από καιρικές συνθήκες και άλλες παραμέτρους. Παράλληλα, η κατανάλωση επιτραπέζιων ελιών συνεχίζει να αυξάνεται σε πολλές χώρες, όπως η Αίγυπτος, η Αλγερία και η Τουρκία, όπου η καθημερινή χρήση έχει διευρυνθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία.
Ειδικότερα, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας (IOC) για τον Ιανουάριο – Φεβρουάριο 2026, η ζήτηση παραμένει ισχυρή παγκοσμίως, ενώ οι εισαγωγές σε αγορές εκτός Ευρώπης αυξάνονται σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά, ενισχύοντας την τάση για σταθεροποίηση της παγκόσμιας αγοράς.
Σε ό,τι αφορά τις τιμές παραγωγού εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου, στην Χαέν της Ισπανίας η τιμή διαμορφώθηκε σε περίπου 407 ευρώ/100 κιλά, με ελαφρά πτώση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Στο Μπάρι της Ιταλίας, η πτώση ήταν εντονότερη, στο −30,9%, ενώ στα Χανιά καταγράφηκε μείωση περίπου −5,5%.
Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι, παρά τις προκλήσεις στην παραγωγή, η ζήτηση για το προϊόν παραμένει σταθερά υψηλή και οι διεθνείς αγορές συνεχίζουν να αποτελούν κρίσιμο μοχλό για την παγκόσμια κατανάλωση ελαιολάδου.


















