Η χαχαλόβεργα ήταν από τα πιο χρήσιμα αυτοσχέδια εργαλεία της παλιάς κρητικής ζωής. Σε άλλα μέρη λεγόταν χαχάλι, διχαλόβεργα, φορτωτήρα ή φορφοτήρα. Άλλοτε ήταν μακρύτερη για το αλώνι κι άλλοτε πιο κοντή για το φόρτωμα του υποζυγίου.
Ήταν μια χοντρή βέργα, περίπου δυόμισι με τρία εκατοστά σε διάμετρο και γύρω στο ενάμισι μέτρο σε μήκος. Στην άκρη της είχε ένα διχάλι, σαν κεφαλαίο «Υ». Από αυτό το διχάλι πήρε και το όνομα διχαλόβεργα.
Πώς φτιαχνόταν
Η χαχαλόβεργα δεν αγοραζόταν έτοιμη. Φτιαχνόταν από γερό ξύλο, συνήθως από δρυγιά, αγριελιά, πρινάρι ή άλλο δέντρο που άντεχε στη σκληρή χρήση. Πρώτα άφηναν το ξύλο να ξεραθεί καλά και ύστερα το διαμόρφωναν στο κατάλληλο μήκος.
Στη μια άκρη έφτιαχναν τις δυο προεξοχές, το «χαχάλι», που έπιαναν και κρατούσαν το σχοινί και το φορτίο. Η μακρύτερη κατασκευή χρησίμευε περισσότερο στο αλώνι, ενώ η πιο κοντή —η φορτωτήρα— βοηθούσε στο σαμάρι του γαϊδάρου.
Λιτή στην όψη, μα δουλεμένη για να βαστά. Ένα κομμάτι ξύλο από τον τόπο, φτιαγμένο με γνώση και μετρημένο για τις ανάγκες της οικογένειας.
Δεν υπήρχε ένα μόνο μέγεθος για όλες τις δουλειές. Πολλά σπίτια κρατούσαν δύο ή τρεις χαχαλόβεργες με διαφορετικά μήκη. Άλλες είχαν δύο ή τρία διχάλια στο πλάι, ώστε να χρησιμοποιείται το κατάλληλο, ανάλογα με το ύψος του ζώου και το φορτίο.
Η δουλειά της στο σαμάρι
Η πιο βασική χρήση της ήταν στο φόρτωμα του γαϊδάρου ή του μουλαριού. Φόρτωναν πρώτα τη μία πλευρά του σαμαριού με στάχια, ελιές, σακιά, ξύλα ή άλλα αγαθά. Μέχρι να περάσουν στην άλλη πλευρά, έβαζαν τη χαχαλόβεργα κόντρα στο έδαφος και στο φορτίο, για να το κρατά όρθιο και να μην γείρει το σαμάρι.
Ύστερα φόρτωναν ίσο βάρος από την άλλη μεριά και έδεναν καλά με το σχοινί. Έτσι η χαχαλόβεργα έκανε τη δουλειά ενός ακόμη ανθρώπου και γλίτωνε τον κόπο, μα και τη ζημιά. Γιατί αν ξεσελωνόταν το ζώο ή έπεφτε το φορτίο, όλα έπρεπε να φορτωθούν ξανά· κι όταν το φορτίο ήταν λάδι ή γάλα, η απώλεια ήταν βαριά για την οικογένεια.
Στο αλώνι και στον δρόμο
Το μακρύτερο χαχάλι χρησίμευε και στο αλώνι. Με αυτό ανακάτευαν το σπαρτό, μάζευαν άχερα, χόρτα ή κλαδιά και βοηθούσαν να περάσει ο βολόσυρος πάνω από το αλωνικό.
Μα η χαχαλόβεργα δεν έμενε μόνο στο χωράφι. Γινόταν μπαστούνι στο περπάτημα, στήριγμα στους ώμους για να ξεκουράζονται τα χέρια, κρεμάστρα για τη βούργια και βοηθός για να παραμερίζονται κλαριά σε δύσβατους τόπους. Χρησιμοποιούνταν ακόμη στο όργωμα για να κατευθύνονται τα ζώα ή για να ανακατεύονται τα υγρά της ψεκαστήρας.
Ένα απλό ξύλο, μα με μεγάλη αξία. Η χαχαλόβεργα θυμίζει πως οι παλιοί Κρητικοί έβρισκαν τρόπο να κάνουν τη δουλειά τους με γνώση, υπομονή και ό,τι τους έδινε ο τόπος. Γι’ αυτό αξίζει να μένει στη μνήμη: όχι μόνο σαν εργαλείο, μα σαν κομμάτι του αγώνα τους να κρατήσουν το σπίτι και το χωράφι όρθια.


















