Οι ελληνικές επιχειρήσεις “αγκαλιάζουν” την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), επιδιώκοντας να εκμεταλλευτούν τα πολυάριθμα πλεονεκτήματα που προσφέρει η αξιοποίησή της. Επτά στις δέκα ελληνικές επιχειρήσεις, τόσο στον χώρο του εμπορίου όσο και στον χώρο της βιομηχανίας, επιλέγουν ενεργά να επενδύσουν και να ενσωματώσουν την AI στην επιχειρηματική λειτουργία τους. Όπως δημοσίευσε στην έκθεσή της για τον Αύγουστο του 2026 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το 70% των ελληνικών επιχειρήσεων ανέφερε ότι έχει χρησιμοποιήσει, έστω και σποραδικά, τεχνολογίες τέτοιας φύσης.
Η Κρήτη “συμπλέει” με τη νέα αυτή πρόοδο των πραγμάτων, θέτοντας στο επίκεντρο τη χρήση AI στις επιχειρήσεις, ενώ έχουν κινητοποιηθεί και τα πανεπιστήμιά της γι’ αυτό. Ζωντανό παράδειγμα αυτής της “πρωτοβουλίας” για την Κρήτη αποτελεί το νέο ερευνητικό πρόγραμμα από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, η επιστημονική υπεύθυνη του οποίου κ. Ελένη Κατσαρού μίλησε στη “Νέα Κρήτη” και το Neakriti.gr.
Το Bridge_ AI αναπτύσσει μία καινοτόμο και εμπειρικά τεκμηριωμένη μεθοδολογία αξιολόγησης των επιπτώσεών της ΑΙ στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, πράγμα που αφορά άμεσα τον κλάδο των επιχειρήσεων. Την ευρύτερη εικόνα αυτών επεξηγεί στη μελέτη της η ΕΚΤ: από το συνολικό 70% σημαντική χρήση της AI έκανε το 12% των ελληνικών εταιρειών, έναντι μέσου όρου 7% στην Ευρωζώνη.
Μέτρια χρήση ανέφερε το 29% και σποραδική επίσης το 29%, έναντι 31% και 33% αντίστοιχα στις υπόλοιπες χώρες. Μια πιο συγκεκριμένη προσέγγιση για τα δεδομένα της Κρήτης και μια εξήγηση γι’ αυτή την κλιμακούμενη τάση έδωσε ο επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Αντώνης Αγγελάκης, ο οποίος μίλησε στη “Νέα Κρήτη” γι’ αυτό το “φαινόμενο” στο οποίο φαίνεται να εξελίσσεται η Τεχνητή Νοημοσύνη για τις επιχειρήσεις, καθώς, όπως είπε, «διαμορφώνει πλέον το πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν».
Ευνοεί ζωτικά σημεία μιας επιχείρησης
Ο κ. Αγγελάκης, εκτός από το προσωπικό του πεδίο έρευνας στις πολιτικές τεχνολογίας, είναι ενεργό μέλος της επιστημονικής ομάδας του Bridge_AI, και γι’ αυτό σχολίασε χαρακτηριστικά: «Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν εγγυάται μία “ολιστική” λύση για όλα τα προβλήματα μιας επιχείρησης. Η εφαρμογή της επιτυγχάνει μόνο με σωστή, στρατηγική διαχείριση των τεχνολογιών της που μπορούν να προσφέρουν αυξημένη παραγωγικότητα και καλύτερη λειτουργία σε μία επιχείρηση».
“Ανοίγοντας” τη συζήτηση για το πόσες εφαρμογές θα μπορούσε να έχει η Τεχνητή Νοημοσύνη σε μία επιχείρηση, έδωσε παραδείγματα τα οποία μπορούν να ευνοήσουν ζωτικά σημεία στην οργάνωση μιας επιχείρησης:
«Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για:
* Ανάλυση της αγοράς, πράγμα που αφορά τις ελληνικές επιχειρήσεις σε οποιοδήποτε κλάδο και μέγεθος, καθώς και την ανάλυση δεδομένων, ώστε να μπορούν να δουν πρακτικά πώς κατανέμονται οι τάσεις στο συγκεκριμένο κοινό στο οποίο απευθύνονται.
* Παρακολούθηση της εφοδιαστικής αλυσίδας και των διεργασιών της επιχείρησης, άλλη μία σημαντική, θα έλεγε κανείς, ζωτική εφαρμογή, που συμπίπτει με καλύτερη οργάνωση, πλέον παραγωγική διαχείριση παραγγελιών, πρώτων υλών και προϊόντων σε πολύ πιο σύντομο χρόνο και εξατομικευμένη, πιο γρήγορη εξυπηρέτηση πελατών.
* Marketing: Χωρίς αμφιβολία, η διαφήμιση και ολόκληρος ο κλάδος του marketing συνυφαίνεται πλέον με την Τεχνητή Νοημοσύνη από τη διάχυση της επίδρασης του διαφημιστικού υλικού στην απόκτηση γνώσης για το πού πρέπει να επενδύσει ο επιχειρηματίας βάσει εκτιμήσεων στο σύνολο των τάσεων που προκύπτουν σε έναν κλάδο.
Σε όλα αυτά μπορεί να βοηθήσει η Τεχνητή Νοημοσύνη, το κυριότερο όμως είναι άλλο: Όταν οι περισσότερες επιχειρήσεις την εφαρμόζουν, η ροή της αγοράς αλλάζει. Η Τεχνητή Νοημοσύνη καθορίζει την ανταγωνιστικότητα και διαμορφώνει πλέον τον ανταγωνισμό στις επιχειρήσεις».
Διαμορφώνει πλέον τον ανταγωνισμό
Όπως εξηγεί με απλά λόγια ο κ. Αγγελάκης, υπάρχουν τρεις βασικοί παράγοντες που ευνοούν την ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης σε μία επιχείρηση: «Το μέγεθος, η δυναμική και η τεχνολογία τους.
Όσο μεγαλύτερη, όσο πιο δυναμική και όσο περισσότερη τεχνολογία χρησιμοποιεί, τόσο καλύτερα και τόσο πιο παραγωγικά θα είναι τα αποτελέσματα με τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης».
Στην Ελλάδα, όπως παρατηρεί, η πλειοψηφία βρίσκεται στο επίπεδο των “micro”, πολύ μικρών δηλαδή επιχειρήσεων, με 94,7% εκείνων που απασχολούν 0-9 εργαζόμενους, σύμφωνα με την κλίμακα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, το SME’s Performance Review. Σε αυτό το επιχειρησιακό περιβάλλον, όπως επισημαίνει ο κ. Αγγελάκης, οι μικρές επιχειρήσεις της Ελλάδας δε θα έχουν την ίδια «απόσβεση» στην επένδυσή τους στην Τεχνητή Νοημοσύνη με μία μεγαλύτερη επιχείρηση.
«Υπάρχουν κάποιες πιέσεις στο ζήτημα αυτό. Τα μεγαλύτερα κέρδη σε μία τέτοια πρωτοβουλία γίνονται όταν μία εταιρεία έχει μεγάλο επενδυτικό ορίζοντα σε νέες τεχνολογίες, κεκτημένη τεχνογνωσία και μεγαλύτερη χρηματοδότηση για να τις διαχειριστεί. Με απλά λόγια, μία μικρότερη επιχείρηση μπορεί να αντιμετωπίσει δυσκολία ακόμη και στην πρόσβαση σε μία τέτοια τεχνολογία. Σε όλα αυτά είναι μείζον παράγοντας το επιχειρηματικό περιβάλλον, όπου αναπτύσσονται μέσα σε μία χώρα οι επιχειρήσεις και γι’ αυτό αντίστοιχες πολιτικές τεχνολογικής ανάπτυξης και υποστήριξης των επιχειρήσεων είναι αναγκαίες για την εξέλιξη των πραγμάτων. Οφείλει το κράτος να ρυθμίζει το επιχειρησιακό περιβάλλον, ώστε να μην εμφανιστούν στρεβλώσεις ή ανισότητες στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων», ανέφερε.
Το Πανεπιστήμιο Κρήτης “οδηγός” της AI στο πλαίσιο της νέας Ευρωπαϊκής Οδηγίας
Η πρωτοβουλία του Πανεπιστημίου Κρήτης δεν μπορούσε να λείπει από αυτό το ρεπορτάζ. Το BRIDGE_AI ανταποκρίνεται σε μία από τις πλέον κρίσιμες προκλήσεις που αναδεικνύονται από τον νέο Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act).
Όπως επεσήμανε στη “Νέα Κρήτη” η επιστημονική υπεύθυνη του προγράμματος, κ. Ελένη Κατσαρού, καθηγήτρια στο Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Π.Κ., μόλις από αυτόν τον Αύγουστο επιχειρήσεις, δημόσιες υπηρεσίες και όσοι φορείς υψηλού κινδύνου χρησιμοποιούν συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης θα υποχρεούνται να διενεργούν Αξιολόγηση Επιπτώσεων στα Θεμελιώδη Δικαιώματα (Fundamental Rights Impact Assessment – FRIA).
«Στις δομές υγείας, παιδείας, σε άλλους κλάδους που λογίζονται “High risk” και βεβαίως επιχειρήσεις το Bridge_ΑΙ φιλοδοξεί να καλύψει το σημαντικό κενό που υπάρχει, καθώς μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποιο “πρότυπο” που να καθοδηγεί με σαφή και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο τη συγκεκριμένη διαδικασία. Με στόχο να θωρακιστούν λοιπόν τα ανθρώπινα δικαιώματα και να μη δημιουργηθούν περαιτέρω ανισότητες σε αυτούς τους υψηλού κινδύνου τομείς σε δύο επίπεδα: το κοινωνικό, διασφαλίζοντας πως το ΑΙ δεν αναπαράγει κοινωνικές διακρίσεις και δεν προάγει προκαταλήψεις καμίας φύσεως, και το ψυχολογικό, επιβεβαιώνοντας πως δεν περιορίζει την αυτονομία στη σκέψη ούτε περιορίζει τη μάθηση.
Συνεργαζόμαστε με το Technische Universität München της Γερμανίας (Institute for Ethics in Artificial Intelligence – IEAI) και το University College Dublin της Ιρλανδίας (Centre for Digital Policy), πρωτοπόρα ακαδημαϊκά ιδρύματα στον χώρο, ώστε να δώσουμε σε όλους τους φορείς και στις επιχειρήσεις αυτό το πρότυπο. Από εδώ και πέρα, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: το AI δε θα μπορεί να χρησιμοποιείται χωρίς να έχει περάσει την αξιολόγηση και να είναι σίγουρο πως δεν καταπατά κάποιο θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα», σχολίασε η κ. Κατσαρού καταληκτικά.
ΠΗΓΗ: neakriti.gr


















