Διαβάζω με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά και προβληματισμό, την αγωνία και την παράκληση της Νεολαίας Κισάμου σχετικά με το φαινόμενο των καταγγελιών κατά τη διάρκεια της αναπαράστασης του κρητικού γάμου στο Καστέλλι. Στο κείμενο γίνεται λόγος για αλλεπάλληλες καταγγελίες, με αποτέλεσμα να διακόπτονται οι «ζυγιές οργάνων που έδωσαν ζωή στην Κίσαμο», και εκφράζεται ο φόβος ότι όλα αυτά εκπέμπουν «ένα μήνυμα σιωπής του πολιτισμού και της παράδοσης» (βλ. Νέοι Ορίζοντες, 5-8-2026, σελ. 7).
Η αγωνία αυτή ασφαλώς δεν μπορεί να μας αφήσει αδιάφορους.
Διότι ο κρητικός πολιτισμός δεν είναι μουσειακό έκθεμα. Δεν είναι κάτι που το κλείνουμε σε μια προθήκη για να το θαυμάζουν οι επισκέπτες. Είναι ζωντανός τρόπος ζωής. Είναι η λύρα και το λαούτο, η μαντινάδα, ο χορός, το πανηγύρι, το γλέντι, η συνάντηση των ανθρώπων. Είναι η δυνατότητα μιας κοινότητας να θυμάται, να χαίρεται, να γιορτάζει και να μεταδίδει στις επόμενες γενιές όσα παρέλαβε (βλ. σχετικά το καλαίσθητο φυλλάδιο της ΕΠΟΦΕΚ, Εκδηλώσεις 2026).
Από αυτή την άλλη, η υπερβολική ευκολία μιας καταγγελίας απέναντι σε μια παραδοσιακή πολιτιστική εκδήλωση πράγματι χρειάζεται προβληματισμό. Δεν είναι δυνατόν κάθε εκδήλωση, κάθε γλέντι και κάθε ήχος παραδοσιακών οργάνων να αντιμετωπίζεται εξαρχής ως «όχληση». Αν φτάσουμε σε αυτό το σημείο, τότε κινδυνεύουμε να δημιουργήσουμε πόλεις και χωριά αποστειρωμένα, χωρίς αυθορμητισμό, χωρίς συλλογική χαρά και, τελικά, χωρίς ταυτότητα. Βέβαια το ερώτημα που τίθεται είναι άλλο: χρειαζόμαστε πραγματικά τα ηλεκτρικά ηχεία και τις ζηγιές που σπάνε τα αυτιά των συμμετεχόντων; Γιατί τελικά δεν είναι κάθε δυνατός ήχος πολιτισμός. Και δεν είναι κάθε υπερβολή παράδοση.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε σε αρκετές πολιτιστικές εκδηλώσεις, πανηγύρια, χορούς και δημόσιες συγκεντρώσεις μια διαρκή αύξηση της έντασης του ήχου. Τεράστια ηχητικά συστήματα, ενισχυτές και μεγάφωνα δημιουργούν πολλές φορές μια κατάσταση στην οποία δεν συμμετέχεις απλώς σε μια μουσική εκδήλωση, αλλά δέχεσαι κυριολεκτικά ένα κύμα ήχου! Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες είναι σχεδόν αδύνατον να φύγει κανείς από μια εκδήλωση χωρίς να βουίζουν τα αυτιά του. Από τη στιγμή που αρχίζει η μουσική, η φυσιολογική επικοινωνία ανάμεσα στους παρευρισκομένους παύει. Σιωπή! Οι άνθρωποι κάθονται στο ίδιο τραπέζι, δίπλα ο ένας στον άλλο, αλλά δεν μπορούν να συνομιλήσουν. Για να συνεννοηθούν, πολλές φορές καταφεύγουν ακόμη και στο κινητό τους τηλέφωνο, γράφοντας μηνύματα στον άνθρωπο που κάθεται λίγα εκατοστά μακριά τους!
Και εδώ γεννάται ένα απλό ερώτημα: Αυτό άραγε είναι πολιτισμός;
Η κρητική μουσική ποτέ δεν χρειάστηκε να προκαλεί σωματική δυσφορία για να συγκινήσει. Η λύρα ή το βιολί των μεγάλων μουσικών της Κισάμου (Κουτσουρέλη, Φαντάκης κ.ά.) αλλά και των σύγχρονων (Μαρτσάκης, Κουμής κ.ά.) δεν έγινε μεγάλη επειδή ακουγόταν από εκατοντάδες μέτρα μακριά. Έγινε μεγάλη επειδή μιλούσε στην ψυχή του ανθρώπου. Το λαούτο δεν συνόδευε τον χορό με εκκωφαντικά ντεσιμπέλ. Τον συνόδευε με ρυθμό. Και το κρητικό γλέντι δεν ήταν μόνο μουσική. Ήταν κυρίως κοινωνία ανθρώπων: παρέα, κουβέντα, κέρασμα, η μαντινάδα που γεννιόταν εκείνη τη στιγμή, η επικοινωνία ανάμεσα στις γενιές.
Αν λοιπόν, στο όνομα της παράδοσης, δημιουργήσουμε έναν χώρο στον οποίο οι άνθρωποι δεν μπορούν πλέον ούτε να μιλήσουν μεταξύ τους, τότε ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως κάτι έχουμε χάσει από την ίδια την ουσία της παράδοσης που θέλουμε να υπερασπιστούμε.
Το ζήτημα, επομένως, δεν μπορεί να τίθεται απλοϊκά ως σύγκρουση μεταξύ «πολιτισμού» και «καταγγελιών». Ούτε όσοι διαμαρτύρονται είναι κατ’ ανάγκην εχθροί της παράδοσης ούτε όσοι διοργανώνουν πολιτιστικές εκδηλώσεις αδιαφορούν για την ποιότητα ζωής των κατοίκων. Κι εδώ θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς ένα και κατά πόσο έχουμε ενημερώσει σωστά τους φιλοξενούμενους στην Κρήτη. Γιατί δεν υπάρχουν ενημερωτικά φυλλάδια για το ποιες εκδηλώσεις θα δουν και το συμβολισμό τους.
Χρειάζεται να ξαναβρούμε μια λέξη βαθιά ελληνική και βαθιά πολιτισμική: το μέτρο. Το μέτρο δεν σημαίνει σιωπή, να σταματήσουν τα πανηγύρια και να σωπάσουν οι λύρες και τα βιολιά. Δεν σημαίνει να μετατρέψουμε τα χωριά μας σε περιοχές απόλυτης ησυχίας, λόγω της νομοθεσίας «περί κοινής ησυχίας». Σημαίνει όμως να μπορούμε να γιορτάζουμε χωρίς να εξουθενώνουμε. Να ακούμε μουσική χωρίς να την μετατρέπουμε σε θόρυβο. Να προστατεύουμε την παράδοση χωρίς να θεωρούμε κάθε περιορισμό επίθεση εναντίον της.
Αυτό αφορά και τους διοργανωτές και τους Πολιτιστικούς Συλλόγους και την Τοπική Αυτοδιοίκηση και ασφαλώς όλους εμάς που συμμετέχουμε στις εκδηλώσεις. Η πραγματική συζήτηση που πρέπει να ανοίξει δεν είναι «ποιος έκανε την καταγγελία». Η πραγματική συζήτηση είναι: τι είδους πολιτισμό θέλουμε να παραδώσουμε στα παιδιά μας και σε όσους μας επισκέπτονται τα Καλοκαίρια; Έναν πολιτισμό της έντασης, του ήχου ή έναν πολιτισμό ποιότητας; Έναν πολιτισμό εντυπωσιασμού ή έναν πολιτισμό συμμετοχής; Έναν πολιτισμό όπου κυριαρχεί το ηχείο ή έναν πολιτισμό όπου πρωταγωνιστεί ο άνθρωπος;
Η Νεολαία Κισάμου έχει δίκιο να ανησυχεί για μια πιθανή «σιωπή του πολιτισμού»! Αν και έχει προ πολλού σωπάσει… Όλοι πρέπει να ανησυχούμε γι’ αυτό. Γιατί μια κοινωνία χωρίς μουσική, χορό, γλέντι και παράδοση θα ήταν μια κοινωνία βαθιά φτωχότερη. Υπάρχει όμως και μια άλλη σιωπή που πρέπει να μας προβληματίσει. Είναι η σιωπή που δημιουργείται όταν η ένταση της μουσικής είναι τόσο μεγάλη ώστε οι άνθρωποι παύουν να μιλούν μεταξύ τους. Και αυτή η σιωπή είναι εξίσου επικίνδυνη. Ο πολιτισμός δεν μετριέται σε ντεσιμπέλ. Μετριέται στη δυνατότητα των ανθρώπων να συναντώνται, να επικοινωνούν, να θυμούνται και να δημιουργούν.
Και ίσως αυτό ακριβώς χρειάζεται σήμερα να υπερασπιστούμε: όχι απλώς το δικαίωμα να ακούγεται η μουσική μας, και να μην σιωπά η παράδοσή μας, αλλά το δικαίωμα η μουσική μας να παραμένει πολιτισμός. Γιατί η παράδοση δεν χρειάζεται περισσότερη ένταση. Χρειάζεται περισσότερη ουσία.
Γράφει ο Δρ Κωνσταντίνος Β. Ζορμπάς
Γενικός Διευθυντής της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης

















