Γεύση - Ψυχαγωγία ΚΡΗΤΗ

Μαρία Τζομπανάκη: «Με το μυαλό και την καρδιά μου δεν φεύγω ποτέ από την Κρήτη»

“Ποτάμι” ο λόγος της Μαρίας Τζομπανάκη με ανοιχτή καρδιά και μυαλό, αγάπη χωρίς όρια για τον άνθρωπο, μάνα για όλα τα παιδιά, Κρητικιά στην ψυχή, ηθοποιός με αδυναμία στα δύσκολα και στις προκλήσεις.

Τη συναντήσαμε, έστω και τηλεφωνικά, με το που πάτησε Κρήτη.

«Σας περίμενα. Πριν από 20 λεπτά μπήκα στο σπίτι, ήρθα με το καράβι κλασικά, όπως παλιά, όπως μ’ αρέσει να διασχίζω το πέλαγος, το Αιγαίο και το Κρητικό για να φτάσω στον τόπο μας. Και περίμενα να μιλήσουμε με χαρά», μου είπε.

«Άνοιξα το παράθυρο του αυτοκινήτου, μύρισα αυτήν την πικρή μυρωδιά που δίνει η βλάστηση της Κρήτης, φρέσκια, δυνατή. Είδα τον Ψηλορείτη χιονισμένο, πόσο χάρηκα! Η πατρίδα είναι ασύλληπτα μαγική, η δική μας εδώ, η Κρήτη. Το ξέρουν όλοι ότι την αγαπώ, αλλά της αξίζει». 

Άντε τώρα εγώ να την περιορίσω σε μία παράσταση και σε ένα ρόλο, τη “Φλαντρώ” εννοώ, όταν ανοίγει τα “σώψυχά” της με το καλημέρα (σώψυχα λέμε στην Κρήτη την αλήθεια της καρδιάς και της ψυχής μας).

Άφησα λοιπόν την κουβέντα να “τρέξει” και να μας ταξιδέψει σε μια ζωή γεμάτη αναμνήσεις αγάπης, όπως εκτίμησα κατ’ επιλογή, δυσκολίες, παθήματα, χτυπήματα και απώλειες που διαχειρίστηκαν με τις ισορροπίες του «νου και της καρδιάς», όπως έλεγε και o πατέρας της, με το ανθρώπινο μέτρο που δεν αξίζει να το χάνουμε.

Τζομπανάκη
«Έπινα νερό με τις χούφτες μου, πιστεύοντας ότι είναι τα χέρια του Χριστού» 

Την παρότρυνα να μας οδηγήσει στις εικόνες της από το Πάσχα. Τις παιδικές της αναμνήσεις, μα Πάσχα είναι.

«Το Πάσχα σκέφτομαι κατευθείαν τη μάνα μου, που μας νήστευε ευλαβικά και με πείσμα. Δηλαδή, δεν υπήρχε περίπτωση να παρεκτραπούμε. Τετάρτη και Παρασκευή δεν τρώγαμε λάδι. Εύρισκε τρόπο να μας πείσει και τα μικρά παιδάκια, δηλαδή, και τους εφήβους που είναι πιο δύσκολο. 

…Θυμάμαι στα Χανιά το Ρολόι, τον Άγιο Νικόλα που είναι δίπλα στο σπίτι μας, να χτυπάει πένθιμα η καμπάνα τη Μεγάλη Παρασκευή, όλη μέρα. Αυτό μου έσφιγγε την καρδιά, αλλά ταυτόχρονα μου έδινε και ελπίδα γιατί ήξερα ότι μετά θα αναστηθεί αυτός που έφυγε για εμάς, θυσιάστηκε για εμάς και ξανάρθε και υπάρχει για να μας σώσει, με το δίδαγμά του, τη διδασκαλία του, τον τρόπο που έζησε… 

Γλυκιά είναι η σκέψη που έχω για τον Χριστό από μικρό παιδί. Τον αγαπούσα πάρα πολύ. Όχι σαν κάτι υπερφυσικό, αλλά σαν κάτι που είναι κοντά μας, μας παρηγορεί, απλώνουμε το χέρι και το πιάνουμε… 

Θυμάμαι, όταν ήμουν μικρή, πως έπινα νερό από τη χούφτα μου. Και όλο μου γκρίνιαζε η μαμά: “Μα, δεν έχει ποτήρι, Μαρία;”. Το θυμάμαι και τώρα. 

Όταν μεγάλωσα της εκμυστηρεύτηκα το μυστικό μου, πως έκλεινα τα μάτια και πίστευα πως έδινε ο Χριστός να πιω μέσα από τις χούφτες του. 

Αυτό δεν ξέρω πώς δημιουργήθηκε σαν εικόνα στο μυαλό μου μικρό παιδί. Δεν ξέρω πώς έγινε. Κάτι θα είχα δει πιθανότατα, κάτι είχα σκεφτεί. 

Σήμερα στη ζωή μου η συγκεκριμένη πράξη, μεταφορικά και ουσιαστικά, με ακολουθεί. Πίνω το νερό της ζωής, με ό,τι με δίδαξε. Αφήνω πίσω μου τον θυμό, σκέφτομαι με ελπίδα τη ζωή, τη δική μου και των άλλων, δεν κλείνω τα μάτια μου στον πόνο των άλλων. Γιατί με αφορά. Σήμερα πονάει αυτός, αύριο θα πονέσω εγώ ή το παιδί μου. Άλλωστε, εάν νοιαζόμασταν ελάχιστα περισσότερο για τον πόνο των άλλων, σήμερα δε θα είχαμε αυτόν τον πόνο και τις τραγωδίες δίπλα μας, γύρω μας, τους πολέμους, τις γενοκτονίες, τις σφαγές, την πείνα για χιλιάδες ανθρώπους». 

Τζομπανάκη
«Με κρατά όρθια η πίστη μου και η ανάσα της Κρήτης» 

Η Μαρία Τζομπανάκη, ξεδιπλώνοντας τις λέξεις του μυαλού και της καρδιάς της, μιλά για τους κρίκους της αλυσίδας που την κρατούν όρθια, τη ζωή της στην Αμερική, την αγκαλιά που της έλειψε, αυτής της μάνας της, τον λόγο και την προστασία του πατέρα της.

«Η πίστη μου και η ομορφιά της Κρήτης, η ομορφιά των εθίμων μας, που κρατάνε ακόμα – τουλάχιστον στην ορεινή Κρήτη – είναι οι κρίκοι της αλυσίδας που κρατιέμαι όποτε δειλιάζω από τις δυσκολίες της ζωής. Της καθημερινότητας, τους ανταγωνισμούς, αυτό που περίμενες να γίνει κάπως κι έγινε αλλιώς, τις απώλειες των ανθρώπων μας που φεύγουν, τη ζωή που “μαραίνεται”. Όλα αυτά που έχει η ζωή μας. Εδώ στην Κρήτη, το συναίσθημα και η δύναμη που αντλώ έχουν άλλη ένταση. 

Στην Αμερική που βρισκόμουν για κάποια χρόνια αυτό μου έλειπε… γιατί τα μεγάλα σχήματα, οι εικόνες του πλούτου, τα τεράστια κτήρια, τα πολλά χρήματα, η μεγάλη ταχύτητα, η εναλλαγή των εικόνων της ζωής σε παραδρομούν, σε απομακρύνουν από την ουσία, που είναι το ανθρώπινο μέτρο… 

Το ανθρώπινο μέτρο είναι εκεί που φτάνουν τα μάτια μας να αγκαλιάσουν και να χαϊδέψουν την καθημερινότητα και όχι να τη φοβηθούν. Εδώ στην Κρήτη το νιώθω πάρα πολύ έντονα. Έρχομαι, παίρνω ανάσες, αναζητώ μνήμες και ξανάρχομαι, γιατί δε φεύγω ποτέ. Με το μυαλό μου και με την καρδιά μου δε φεύγω ποτέ.

Στην Αμερική μου έλειψε η αγκαλιά της μάνας μου κι η προστασία, το νοιάξιμο του πατέρα μου… αυτά μου έλειψαν και μου λείπουν πάρα πολύ. Θα μου λείπουν πάντα… 

Σήμερα προσπαθώ να τα δίνω στον γιο μου, στον εγγονό μου, στους φίλους μου. 

Αυτή η αγκαλιά και αυτό το νοιάξιμο που σας λέω, περικλείουν όλη… όλη τη ζωή, όλη τη ζωή για μένα. Και γι’ αυτό προσπαθώ να δώσω κι εγώ, γιατί αν αντιληφθώ κάποιον να πέφτει, τρέχω να προλάβω, αν προλάβω, να τον κρατήσω»… 

«Το Πάσχα στο σπίτι μου στην Κρήτη» 

Ετούτη εδώ η γυναίκα, φτάνοντας και μπαίνοντας στο σπίτι της στις Μαργαρίτες, γέμισε τις αισθήσεις της με τις αναμνήσεις της οικογένειας και της ζωής του χωριού, όταν οι πόρτες των σπιτιών ήταν ανοιχτές, οι γειτονιές γεμάτες παιδιά, οι φωνές χρωματιστές από ζωή, ακόμα και στα καλντερίμια.

Την άκουγα χωρίς να τη διακόπτω, ένιωθα τη ζεστασιά των συναισθημάτων της, έκανα εικόνες από βιβλίο τις περιγραφές της.

«Τη Μεγάλη Εβδομάδα, μ’ άρεσε πολύ η μέρα που βάφαμε τα αβγά, που έβαφε η μαμά με μπογιά φυτική. Έβαζε από καλσόν κομμάτια, τα έσφιγγε γιατί είχαν μέσα πέταλα από λουλούδια, σε διάφορα σχήματα, τα καθάριζε και τα λάδωνε στο τέλος. Μ’ άρεσε η μέρα που έφτιαχνε τις κουλούρες, μοσχομύριζε το σπίτι, τρέχαμε τις λαμαρίνες στον φούρνο… Και βέβαια το Μ. Σάββατο, που επιτέλους μας επέτρεπε να φάμε το πρωί καλιτσούνια, αφού κοινωνούσαμε… Όπως θυμάμαι και τις αβρωνιές τις πικρές με το χταπόδι που μας έφτιαχνε… 

Είναι έντονη η μυρωδιά της θύμησης του θυμιατού την ημέρα του Επιταφίου, το ανθόνερο, τα λουλούδια που βουλιάζαμε όλοι για να πάμε στον Επιτάφιο. 

Τώρα τα ζω στις Μαργαρίτες, στο πατρικό που μου άφησε… το πατρικό της μαμάς μου, που αναπαλαίωσα και που το ζω με πολλή αγάπη. Έχω εδώ και τον πατέρα Γεράσιμο, που τα φτιάχνει όλα με αυτόν τον τρόπο, τις μυρωδιές που εξακολουθούν να υπάρχουν, τα κορίτσια του χωριού και τα Εγκώμια που λέμε»… 

Το χωριό, ο τουρισμός, οι αλλαγές, η ταυτότητα που άλλαξε χρώμα, η πρόταση

Σήμερα που ζωή μας έχει μεγαλύτερες ευκολίες, ο τουρισμός αναπτύσσεται ραγδαία αλλά μας παρασέρνει στο διάβα του, οι αρχιτεκτονικές και σχεδιαστικές γραμμές με επιρροές πανταχόθεν, η Μαρία Τζομπανάκη σχολιάζει:

«Στο χωριό τα καλντερίμια… χτίστηκαν, μπήκανε ψηφιδωτές πέτρες με έναν άλλο τρόπο, όχι με αυτόν τον παλιό που θυμάμαι εγώ, που έζησα στις Μαργαρίτες χωρίς φως – ήταν από τα τελευταία χωριά που ήρθε το ρεύμα το ’70 κάτι, δε θυμάμαι πότε ακριβώς… Μικρή ήμουνα και μου έκανε εντύπωση που ερχόμουνα από τα Χανιά και εδώ χρησιμοποιούσαν τις λάμπες, τα λυχνάρια… Μύριζαν όλα τα σπίτια ξύλο και τα ζώα που τ’ άρμεγαν.

Μ’ άρεσε αυτή η μυρωδιά. Ήταν πολύ φιλόξενη για μένα… Δεν υπήρχαν πόρτες κλειδωμένες, όλες ήταν ανοιχτές, οι γειτονιές δεν ήταν ερημωμένες, όλες είχαν σπίτια που τα ζούσαν οικογένειες με πολλά παιδιά. Τώρα τα σπίτια αυτά έχουν γίνει τουριστικές κατοικίες τα περισσότερα – δυστυχώς σε όλη την Ελλάδα νομίζω. Λέω δυστυχώς όχι γιατί έρχονται ξένοι να χαρούν τον τόπο μας, αλλά γιατί θα έπρεπε να αναβιώνουμε με έναν λειτουργικό τρόπο αυτές τις μνήμες και να δίνουμε στους ξένους μια γεύση από αυτό που είμαστε, όχι να μιμούμαστε έναν γενικό τρόπο ζωής ευρωπαϊκό, παγκόσμιο. Η παγκοσμιοποίηση για μένα είναι να ανταλλάξεις πολιτισμό, να ανταλλάσσονται οι πολιτισμοί και όχι να αφομοιώνονται σε ένα μονόπλευρο, μονοδιάστατο αφήγημα, όπως πάει να γίνει παντού δυστυχώς. Δεν είναι απαισιοδοξία»… 

Η γυναίκα, η μάνα, η “Φλαντρώ” 

«Με αφήνετε να μιλήσω και σας ευχαριστώ. Πιστεύω ότι ο θεατής που θα πάει να δει μία παράσταση πρέπει να έχει άποψη γι’ αυτόν που του την προσφέρει, ποιος είναι και πώς σκέφτεται. Την ουσία του.

Στην παράσταση η “Φλαντρώ” είναι μια γυναίκα που αγάπησε έναν άντρα – ερωτεύτηκε μάλλον τον ίδιο άντρα που ερωτεύτηκε και η κόρη της – έργο που έγραψε ο Παντελής Χορν αρχές του προηγούμενου αιώνα για την Κοτοπούλη και θεωρήθηκε πολύ τολμηρό για την εποχή εκείνη… Είναι σοκαριστικό ακόμα και σήμερα, γιατί είναι ταμπού η μητρική ιδιότητα να συγκρούεται με τη γυναικεία φύση με αυτόν τον τρόπο, αλλά έχει μέσα τόσα συναισθήματα, τόσες αλήθειες κι ομορφιές, το έντονο στοιχείο της προσωπικής σύγκρουσης της γυναίκας αυτής, που είναι μια γυναίκα που γεννήθηκε… που παντρεύτηκε πολύ μικρή, έχασε τον άντρα της και επέρασε πολλές δυσκολίες. Μια γυναίκα που, κατά τη γνώμη της, άξιζε να ζήσει την αγάπη, τον έρωτα, έστω και σε μεγαλύτερη ηλικία. Υποτίθεται ότι είναι στην ηλικία των 45 χρονών που διηγείται το θεατρικό έργο. 

Η καλαισθησία που έχει η παράσταση, ο τρόπος που όλοι οι ηθοποιοί αγκαλιάσαμε τους ρόλους μας και παρουσιάζουμε στον κόσμο δεν έχει τίποτα χυδαίο, τίποτα φανταχτερό, τίποτα ψεύτικο. Γελάς και από την άλλη κλαις.
Ακούς τους ήχους, δηλαδή της καρδιάς πέντε ανθρώπων: ενός άντρα και τεσσάρων γυναικών, σε ένα φανταστικό σκηνικό που έφτιαξε ο Κόκορου, πολύ όμορφο, πολύ αλληγορικό… 

Γυναίκες, άνδρες, νέοι άνθρωποι μού λένε στο τέλος της παράστασης το ίδιο πράγμα: “Έχουν όλοι δικαίωμα στον έρωτα και στην αγάπη, όλοι. Έχουν δικαίωμα να είναι ειλικρινείς, να διεκδικούν αυτό που τους αξίζει ή αυτό που έχουν ονειρευτεί”. 

Παίζω με μεγάλη περηφάνια αυτόν τον ρόλο, ενώ αυτά που κάνω στη σκηνή δεν τα περιμένει ο θεατής. Όχι σοκαριστικά, αλλά με ένταση. 

Ορμάμε στη σκηνή σαν να είμαστε τίγρεις, λιοντάρια με περηφάνια. Θα το καταλάβετε αν δείτε την παράσταση»…

Τζομπανάκη
«Είπα “ναι” στην ερμηνεία αυτού του ρόλου για τη δυσκολία και την πρόκλησή του» 

Στο ερώτημα πώς επέλεξε αυτόν τον ρόλο, γιατί την προσκάλεσε και την προκάλεσε, είπε ότι προτιμά τους δύσκολους ρόλους και τις προκλήσεις, όπως της Φλαντρώ, όπως της Καλλιόπης στον “Σασμό”.

…«Καταρχήν, μου το πρότεινε ο σκηνοθέτης του έργου, ο Σωτήρης Χατζάκης, πρώην διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και του ΚΘΒΕ στη Θεσσαλονίκη. Ένας πάρα πολύ έμπειρος θεατράνθρωπος. Μου είπε: “Πρέπει να το παίξεις”. Το διάβασα, είπα αμέσως: “Πολύ τολμηρό και πολύ δύσκολος ρόλος”. 

Μου άρεσε ως ηθοποιός να παίξω ένα δύσκολο ρόλο και επιτέλους παίζω δύσκολους ρόλους, όπως ήταν και στον “Σασμό” η Καλλιόπη. Το ένα είναι αυτό. 

Το δεύτερο είναι ότι περιέχει την αγάπη μέσα, σε όλες τις μορφές της. Με ιντριγκάρει, γιατί η αγάπη, ο έρωτας, αλλά περισσότερο η αγάπη, καθώς ο έρωτας μπορεί να εκφραστεί σωματικά, κι εγώ μιλώ για συναίσθημα κι όλα αυτά που η αγάπη μπορεί να ξεσηκώσει, να ασφαλίσει ή, εάν λείπει, να καταστρέψει τη ζωή. 

Μέτρησε στην απόφασή μου η μητρότητα, σαν συναίσθημα και σαν ιδιότητα είναι μέγιστο για μένα. Μέγιστο. Δεν υπάρχει κάτι πιο πολύ από αυτό. Δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Γι’ αυτό και η μητέρα του Ιησού είναι ένα παράδειγμα υπέρτατης αφοσίωσης και πίστης στη μητρική της ιδιότητα και στο γέννημά της. Ότι αυτό είναι και όχι κάτι άλλο, ότι ναι, ήρθε, θυσιάστηκε για να βοηθήσει τους ανθρώπους και το δέχομαι γιατί αυτό διάλεξε ο γιος μου. Αυτό είναι η πιο μεγάλη θυσία που μπορεί να κάνει μια μάνα: να πιστέψει βαθιά στο παιδί της και να υποδεχθεί την πορεία του με μεγάλη αφοσίωση, όπως έκανε εκείνη. Και όπως κάνουμε όλες οι μητέρες που εμπιστευόμαστε τα παιδιά μας στο όνειρό τους, στις επιλογές τους. Πώς θα πάει ο κόσμος μπροστά; Αν μια μάνα δεν έχει εμπιστοσύνη και αφοσίωση στο παιδί της, το παιδί της τραυματίζεται πάρα πολύ. Γιατί από τη μήτρα της ξεκινάει να συνδέεται και να περιμένει την αποδοχή της, τη συμπόνιά της, την προστασία της. Αν τα χάσει αυτά, ειδικά σε τρυφερές ηλικίες όπως είναι – δε μιλάω μόνο για την παιδική και βρεφική, που είναι και ο φροντιστής η μητέρα – μιλάω για την εφηβεία, που αρχίζει να διαπλάθεται το όνειρο, το εγώ, ο χαρακτήρας… Η μάνα λοιπόν για μένα είναι ένα υπέρτατο ον.

Ένα πλάσμα που… η γυναίκα ακόμα νομίζω δεν έχει καταλάβει τη μεγάλη της αξία. Για μένα η πάλη δεν είναι ανάμεσα στο θηλυκό και το αρσενικό. Είναι ανάμεσα στο “εμάς” και το “εγώ” μας. Και οι γυναίκες είμαστε πάρα πολύ προνομιούχες από τη στιγμή που κυοφορούμε μια νέα ζωή. Ίσως γι’ αυτό μας πολέμησαν και οι άντρες, φοβήθηκαν τη δύναμή μας και παρασυρθήκαμε και νομίζαμε για πολύ καιρό στην ιστορία ότι είμαστε πιο κάτω. Δεν υπάρχει πιο κάτω. Η ζωή είναι πάντα ίση σε όλα τα επίπεδα, είτε ανάμεσα στα φύλα είτε ανάμεσα στις ηλικίες, ανάμεσα σε όλους»… 

«Η ζωή θέλει νου και κρασί… Νου και καρδιά, και τα δυο» 

Στη μάχη του συναισθήματος, της καρδιάς και της λογικής, για τις ισορροπίες τους και την καθημερινή τους αρμονία, μπροστά στις δύσκολες αποφάσεις και στα ρίσκα της ζωής, απαντά:

…«Προσπαθώ να τα ισορροπήσω γιατί πρέπει να ισορροπήσουν. Μου έλεγε ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρή: “Η ζωή θέλει νου και κρασί”. Νου και καρδιά, και τα δυο. Δεν μπορείς μόνο με το ένα να ζήσεις. Αυτό που κάνει τη λογική μου να είναι απτή, να μπορώ να τη δω, δηλαδή να τη στήσω δίπλα στο συναίσθημα, που είναι πιο ελκυστικό ή παραπλανητικό καμιά φορά, είναι ότι σκέφτομαι το κακό που μπορεί – μέσα σε εισαγωγικά – να δημιουργηθεί όταν υπερεκτιμούμε το συναίσθημα. Δηλαδή όταν υπερβολικά ζούμε ή πράττουμε με το συναίσθημα. Το συναίσθημα μόνο του χωρίς τη λογική μπορεί να σε παραπλανήσει, όπως είπα πριν. Και να κάνεις κακό χωρίς να έχεις στον νου σου, χωρίς να έχεις σχεδιάσει να το κάνεις»… 

Η παράσταση για τη “Φλαντρώ” που έρχεται στο Ηράκλειο 

«Ο Αγησίλαος ο Μικελάτος είναι ο άντρας που κονταροχτυπιούνται τρεις γυναίκες γι’ αυτόν. Είναι αρραβωνιασμένος με τη μία κόρη, ερωτικά συνευρίσκεται με την άλλη και γίνεται μάχη και με τη μάνα, που καταλήγει βέβαια σε μία κατάσταση πάρα πολύ λυτρωτική στο τέλος. Που συνήθως η λύτρωση δε γίνεται με το… δεν είναι το αίσιο τέλος. Είναι αυτό που δίνει η φύση η ίδια. 

Η κοπέλα… η ξώγαμη, η Ευγενία, η οποία παίζει και στο “Ποτάμι”, το “Σπίτι δίπλα στο ποτάμι”, κάνει τη μικρή μου κόρη, είναι μία εξαιρετική ηθοποιός και πάρα πολύ καλό παιδί. Η Κρίστη Παπαδοπούλου, η μεγάλη κόρη, η καταπληκτική ηθοποιός, επίσης η Χριστίνα η Μαξούρη παίζει το νόθο παιδί του άντρα της, που το αποκαλύπτει κάποια στιγμή. Έχω εγώ τη Φλαντρώ… 

Η μάχη πάντως για την αγάπη, για τον έρωτα, για το τι είναι σωστό και λάθος γίνεται μπροστά στους θεατές, υπό τους ήχους της μουσικής που επέλεξε ο Σωτήρης ο Χατζάκης, ο σκηνοθέτης.
Σας τα είπα όλα!! Ευχαριστώ πολύ. Ήταν μία πολύ ωραία αρχή για μένα. Ήρθα κατευθείαν από το λιμάνι στη δική σας αγκαλιά». 

Με αυτές τις κουβέντες έκλεισε μια συνέντευξη, από εκείνες που δεν ξεχνάς, σε ταξιδεύουν, παιδεύουν τις “θύμησες” του νου, σου υπενθυμίζουν φωναχτά τις προτεραιότητες της ζωής, αν ζητάς την ουσία της.



ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ