Στα τρόφιμα ποντάρουν οι ελληνικές εξαγωγές για να μειώσουν τις επιπτώσεις από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, βάζοντας πλώρη πλέον για 10 δισ. ευρώ τον χρόνο, κατακτώντας τη μία αγορά μετά την άλλη. Χαρακτηριστικό της δυναμικής είναι το γεγονός ότι το 2025 οι ετήσιες εξαγωγές τροφίμων έφτασαν τα 9 δισ. ευρώ από 5,3 δισ. ευρώ το 2020, καταγράφοντας εκρηκτική άνοδο της τάξης του 70%. Ακόμη και τον Ιανουάριο, μήνα κατά τον οποίον οι συνολικές εξαγωγές κατέγραψαν μείωση 11,9% χωρίς τα πετρελαιοειδή, οι εξαγωγές των τροφίμων σημείωσαν άνοδο της τάξης του 3,6%, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή δυναμική των ελληνικών αγροδιατροφικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.
Πρωταθλητές στις εξαγωγές τροφίμων είναι το ελαιόλαδο, τα γαλακτοκομικά, οι επιτραπέζιες ελιές και το ακτινίδιο, με τους εκπροσώπους των συγκεκριμένων κλάδων που παρευρέθησαν στην ημερίδα του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων που διοργανώθηκε στο περιθώριο της έκθεσης τροφίμων και ποτών Foodexpo 2026 να αναφέρονται στη σημαντική ανάπτυξη των τελευταίων ετών, στις προκλήσεις, στα προβλήματα αλλά και στις ευκαιρίες που υπάρχουν.
Συνολικά οι εξαγωγές σε αυτές τις τέσσερις κατηγορίες προϊόντων ανήλθαν το 2025 σε περίπου 3,7 δισ. ευρώ από 3,3 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 12%. Σημειώνεται ότι οι εξαγωγές στο διάστημα Ιανουαρίου – Δεκεμβρίου 2025 μειώθηκαν κατά 2,8% και έφτασαν τα 48,6 δισ. ευρώ από 50 δισ. ευρώ το 2024. Την ίδια περίοδο, οι εξαγωγές τροφίμων κατέγραψαν άνοδο κατά 9,5%, όσο δηλαδή και οι εξαγωγές συνολικά στο ελαιόλαδο, στα γαλακτοκομικά, στο ακτινίδιο και στις επιτραπέζιες ελιές.
Εκτιμήσεις
Αναλυτικά, σύμφωνα με ασφαλείς εκτιμήσεις, οι εξαγωγές στα τυροκομικά ξεπέρασαν το 1,04 δισ. ευρώ το 2025 από 956 εκατ. ευρώ το 2024, με την αξία της φέτας που βγήκε από τα ελληνικά σύνορα να φτάνει στα 835 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο της τάξης του 10% περίπου. Εκρηκτική όμως ήταν η αύξηση των εξαγωγών του γιαουρτιού κατά 42% το 2025, φτάνοντας στα 556 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα, οι εξαγωγές στις επιτραπέζιες ελιές ανήλθαν στα 867 εκατ. ευρώ, στο ελαιόλαδο στα 855 εκατ. ευρώ και στα ακτινίδια στα 360 εκατ. ευρώ. Στόχος είναι οι εξαγωγές τροφίμων να αυξηθούν κατά 1 δισ. ευρώ την επόμενη τριετία και να εξάγονται ελληνικά προϊόντα απ’ όσο το δυνατόν περισσότερες επιχειρήσεις που δεν θα είναι μόνο μεγάλες βιομηχανίες τροφίμων αλλά και μικρότερες, οι οποίες, βασιζόμενες στην ποιότητα των προϊόντων που παράγουν, να μπορούν να τα εξάγουν στο εξωτερικό. Φυσικά, εκτός από την ποιότητα απαιτούνται σωστή συσκευασία και συνέπεια απέναντι στους πελάτες του εξωτερικού, κάτι το οποίο οι ελληνικές επιχειρήσεις το έχουν ήδη κατακτήσει.
Φέτα
Από τους μεγαλύτερους πρεσβευτές των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό είναι η φέτα και το γιαούρτι. Η ελληνική φέτα, μάλιστα, καταγράφει σημαντική ανάπτυξη στις αγορές του κόσμου, παρά τον αθέμιτο ανταγωνισμό που δέχεται από το λευκό τυρί. Το «εθνικό» μας τυρί έχει φανατικούς καταναλωτές σε όλο τον κόσμο, με τις προοπτικές για περαιτέρω άνοδο των εξαγωγών να είναι ευοίωνες. Εξάλλου, πρόκειται για ένα προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας και Προέλευσης που κανείς στον κόσμο δεν μπορεί να παραγάγει κάτι παρόμοιο, δηλαδή ένα γαλακτοκομικό προϊόν υψηλής διατροφικής αξίας. Οι εξαγωγές της φέτας καταγράφουν σημαντική και συνεχή άνοδο τα τελευταία 20 χρόνια σε ποσοστό που φτάνει το 500%.
Το 2025 οι εξαγωγές φέτας αυξήθηκαν κατά περίπου 10%. Το 75% της παραγωγής κατευθύνεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη Γερμανία να παραμένει η σημαντικότερη αγορά και τις εξαγωγές να φτάνουν τα 220 εκατ. ευρώ. Πρόκειται άλλωστε για μια χώρα όπου η ελληνική ομογένεια είναι αρκετά μεγάλη και γι’ αυτόν τον λόγο οι πωλήσεις της φέτας κινούνται σε τόσο υψηλά επίπεδα. Σημαντικές είναι οι αυξήσεις των εξαγωγών και στη «χώρα του τυριού», τη Γαλλία, όπου την τελευταία εξαετία φτάνουν το 350%, αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, που ξεπερνούν το 200%.
Γιαούρτι
Ανάρπαστο έχει γίνει και το γιαούρτι, το οποίο θα μπορούσε να καταγράψει πολύ μεγαλύτερες επιδόσεις εάν συγκαταλεγόταν στα προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας και Προέλευσης. Τη χρονιά που μας πέρασε οι εξαγωγές γιαουρτιού ανήλθαν στα 556 εκατ. ευρώ από 392 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας για ακόμη ένα έτος εντυπωσιακή άνοδο, αυτή τη φορά της τάξης του 42%. Σημειώνεται ότι το 2024 οι εξαγωγές γιαουρτιού είχαν αυξηθεί κατά 21% σε σχέση με το 2023. Πρόκειται για ένα προϊόν το οποίο άρχισε να εξάγεται ήδη από τη δεκαετία του ‘80 με ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στις ΗΠΑ. Οι προκλήσεις για το ελληνικό γιαούρτι είναι πολύ μεγάλες αν αναλογιστεί κάποιος ότι οι πωλήσεις του «greek yogurt» σε παγκόσμιο επίπεδο εκτιμάται ότι φτάνουν τα 34 δισ. δολάρια τον χρόνο, ένα προϊόν που σε καμία περίπτωση δεν έχει τη διατροφική αξία του ελληνικού.
Επίσης, ένα σημαντικό μέρος του ελληνικού γιαουρτιού εξάγεται ως προϊόν ιδιωτικής ετικέτας, δηλαδή με τη φίρμα της εκάστοτε αλυσίδας σούπερ μάρκετ του εξωτερικού. Μιλώντας στη Realnews, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ), Χρήστος Αποστολόπουλος, επισημαίνει ότι «δυστυχώς φέτος θα νιώσουμε πιο έντονα τα προβλήματα της ευλογιάς, η οποία περιόρισε το ζωικό κεφάλαιο, ενώ, αν συνεχιστεί ο πόλεμος, θα αυξηθεί σημαντικά το μεταφορικό κόστος, με αποτέλεσμα να επηρεασθούν και οι εξαγωγές».
Επιτραπέζιες ελιές
Ενα προϊόν που συνεχίζει «αθόρυβα» να καταγράφει υψηλές επιδόσεις στο εξωτερικό είναι οι επιτραπέζιες ελιές, καθώς οι εξαγωγές ανήλθαν το 2025 στα 867 εκατ. ευρώ από 796 εκατ. ευρώ το 2024. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ενωσης Μεταποιητών, Τυποποιητών, Εξαγωγέων Επιτραπέζιων Ελιών (ΠΕΜΕΤΕ), Κώστα Ζούκα, «φέτος εκτιμάται ότι θα υπάρξει στασιμότητα στις εξαγωγές της επιτραπέζιας ελιάς λόγω των διεθνών εξελίξεων, ιδιαίτερα προς την αγορά των ΗΠΑ». Το 90% της εγχώριας παραγωγής εξάγεται σε περίπου 100 χώρες, με την Ελλάδα να είναι η δεύτερη σε εξαγωγές επιτραπέζιας ελιάς μετά την Ισπανία σε όλο τον κόσμο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αγορά της Αμερικής είναι πολύ σημαντική, καθώς το 2025, παρά τη μικρή μείωση, οι εξαγωγές της επιτραπέζιας ελιάς έφτασαν τα 200 εκατ. ευρώ. Σημαντικές είναι οι εξαγωγές στο Ηνωμένο Βασίλειο, στον Καναδά, στη Γερμανία, στην Αυστραλία, στην Ιταλία και σε πολλές ακόμη χώρες. Συνολικά οι επιτραπέζιες ελιές εξάγονται σε 100 χώρες από περίπου 70 εταιρείες. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι πρώτες εξαγωγές επιτραπέζιας ελιάς έγιναν το 1850. Πλέον, σύμφωνα με τον Κ. Ζούκα, «πρόκληση αποτελούν οι αγορές της Ινδίας και φυσικά της Βραζιλίας, εφόσον υπάρξει συμφωνία σε ευρωπαϊκό επίπεδο με τη χώρα της Λατινικής Αμερικής».
Ελαιόλαδο
Το ελαιόλαδο συνεχίζει να εξάγεται σε περίπου 50 χώρες σε όλο τον κόσμο, με ιδιαίτερη δυναμική. Το 2025 οι εξαγωγές παρέμειναν σχεδόν στάσιμες φτάνοντας τα 855 εκατ. ευρώ από 860 εκατ. ευρώ το 2024. Ωστόσο, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, οι μεγαλύτερες ποσότητες ελαιόλαδου εξάγονται ακόμη χύμα και όχι τυποποιημένες και αυτό αποτελεί πρόβλημα. Εκτιμάται ότι τη χρονιά που μας πέρασε εξήχθησαν 40.000 τόνοι τυποποιημένου ελαιόλαδου και 60.000 χύμα, κυρίως προς την Ιταλία, με εκπροσώπους του κλάδου να επισημαίνουν ότι θα μπορούσαν εύκολα να διπλασιαστούν οι εξαγωγές του τυποποιημένου ελαιόλαδου.
Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του Συνδέσμου Εξαγωγέων Κρήτης, Μανώλη Καρπαδάκη, «το μεγάλο πρόβλημα παραμένουν οι εξαγωγές χύμα ελαιόλαδου. Με αυτόν τον τρόπο έχουμε απώλεια προστιθέμενης αξίας από την εξαγωγή του χύμα ελαιόλαδου τουλάχιστον κατά 30%». Σημειώνεται ότι η χώρα μας παράγει το 8% του παγκόσμιου ελαιόλαδου, ωστόσο το μερίδιο αγοράς στα τυποποιημένα λάδια φτάνει μόλις στο 3%. Η καλύτερη αγορά για το ελληνικό ελαιόλαδο είναι η Γερμανία και ακολουθούν το Βέλγιο, η Γαλλία, η Πολωνία και οι ΗΠΑ.
Ακτινίδιο
Σαρώνουν τα τελευταία χρόνια οι εξαγωγές του ελληνικού ακτινιδίου. Το 2025 έφτασαν τα 360 εκατ. ευρώ από 330 εκατ. ευρώ το 2024 και 200 εκατ. ευρώ πριν από περίπου πέντε χρόνια. Μιλώντας στην «R», ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ακτινιδίου (ΕΔΟΑ), Χρήστος Κολιός, ανέφερε: «Τα ελληνικά ακτινίδια εξάγονται σε 60 χώρες. Ευελπιστούμε σε 2-3 χρόνια οι εξαγωγές να ξεπεράσουν τα 500 με 600 εκατομμύρια ευρώ. Συνεχίζουμε δυναμικά, μας προβληματίζουν οι γεωπολιτικές εξελίξεις, αλλά η δυναμική είναι ιδιαίτερη μεγάλη». Οι καλύτεροι πελάτες του ελληνικού ακτινιδίου είναι η Ισπανία, η Ιταλία, οι ΗΠΑ και η Βραζιλία. Σημειώνεται ότι οι ελληνικές εξαγωγές ακτινιδίου είναι οι δεύτερες μεγαλύτερες ύστερα από αυτές της Νέας Ζηλανδίας.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Αλκιβιάδη Καλαμπόκη, «η ελληνική αγροδιατροφή δεν είναι απλώς ένας ακόμη παραγωγικός κλάδος της οικονομίας. Είναι ένας από τους πιο ισχυρούς πρεσβευτές της χώρας μας στις διεθνείς αγορές. Οι εξαγωγές των αγροδιατροφικών προϊόντων έχουν αυξηθεί σημαντικά την τελευταία πενταετία, σε μια περίοδο όπου είχαμε να αντιμετωπίσουμε την ενεργειακή και υγειονομική κρίση αλλά και τα απόνερα της δεκαετούς οικονομικής ύφεσης. Και όμως, οι ελληνικές επιχειρήσεις του αγροδιατροφικού τομέα κατάφεραν όχι μόνο να αντέξουν αλλά και να ενισχύσουν τη διεθνή τους παρουσία».
Προσθέτει ωστόσο ότι «χρειάζεται ένα σαφές εθνικό σχέδιο για τον αγροδιατροφικό τομέα. Ενας ρεαλιστικός αλλά φιλόδοξος στόχος θα μπορούσε να είναι μέχρι το 2030 οι ελληνικές εξαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων να ξεπεράσουν τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως».
Προϋποθέσεις
Για να αυξηθούν οι εξαγωγές, σύμφωνα με τον ΠΣΕ θα πρέπει να γίνουν τα εξής:
- Αύξηση της προστιθέμενης αξίας των προϊόντων μας. Η Ελλάδα δεν πρέπει να εξάγει μόνο πρώτες ύλες, αλλά ολοένα και περισσότερα επώνυμα, τυποποιημένα και υψηλής ποιότητας προϊόντα.
- Ενίσχυση του branding των ελληνικών προϊόντων διεθνώς. Τα προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ, όπως η φέτα και το ελαιόλαδο, πρέπει να αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος της ελληνικής παρουσίας στις διεθνείς αγορές.
- Διεύρυνση των εξαγωγικών προορισμών. Η Ευρωπαϊκή Ενωση θα συνεχίσει να αποτελεί βασική αγορά, όμως οι μεγάλες ευκαιρίες βρίσκονται στη βόρεια Αμερική, στη Μέση Ανατολή, στην Ασία και στις ταχέως αναπτυσσόμενες οικονομίες.
- Επενδύσεις στην καινοτομία και στη βιώσιμη παραγωγή. Η αξιοποίηση της τεχνολογίας, η ψηφιακή γεωργία και η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή θα καθορίσουν την ανταγωνιστικότητα του αγροτικού τομέα τα επόμενα χρόνια.
- Δημιουργία ισχυρότερων συνεργασιών σε όλη την αλυσίδα αξίας: από τον παραγωγό μέχρι τη μεταποίηση, τη διανομή και τις εξαγωγές.
Πηγή: real.gr


















