Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο πρωτογενής τομέας είναι η έλλειψη εργατικών χεριών, γεγονός που απειλεί ευθέως τη βιωσιμότητα του κλάδου. Το φαινόμενο είναι πιο έντονο στη συγκομιδή των δενδρωδών καλλιεργειών, των κηπευτικών και των κτηνοτροφικών εργασιών, ενώ το μέτρο της μετάκλησης εργατών από τρίτες χώρες δεν έχει αποφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν οι παραγωγικοί φορείς, αυτή τη στιγμή στη χώρα υπάρχουν περίπου 70.000 κενές θέσεις εργασίας στον γεωργικό τομέα και πάνω από 200.000 χιλιάδες σε κλάδους όπως οι κατασκευές, ο τουρισμός και αγροτική παραγωγή.
Η λύση της εξεύρεσης εργατικών χεριών από τρίτες χώρες δεν είναι εύκολη υπόθεση για τη χώρα μας για τον απλούστατο λόγο ότι “σκοντάφτει” στη μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης, η οποία αφενός ενδιαφέρεται να βρεθούν εργαζόμενοι για κλάδους όπως εκείνοι που αναφέραμε πιο πάνω, αφετέρου έχει αυστηροποιήσει αρκετά το τελευταίο χρονικό διάστημα το πλαίσιο εισόδου των μεταναστών στην Ελλάδα, θέλοντας κυρίως να ικανοποιήσει ένα μέρος του κομματικού της ακροατηρίου που κινείται στον συντηρητικό χώρο. Ενδεικτικό στοιχείο της κατάστασης είναι ότι πέρυσι, ενώ υπήρχε προσφορά για την κάλυψη 89.290 θέσεων εργασίας από πολίτες τρίτων χωρών, εντέλει καλύφθηκαν μόλις 45.000-50.000 θέσεις και αυτό οφείλεται εν πολλοίς στα αυστηρά κριτήρια που έθετε το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου.
Από την άλλη πλευρά, οι χειρωνακτικές εργασίες, όπως εκείνες που αφορούν την καλλιέργεια της γης, δε φαίνεται να συγκινούν τους νέους ανθρώπους, οι οποίοι, παρά το γεγονός ότι τα μεροκάματα σε τέτοιου είδους δουλειές είναι αρκετά υψηλά, προτιμούν να ασχοληθούν με οτιδήποτε βρίσκεται εγγύτερα στα ενδιαφέροντά τους ή στο αντικείμενο σπουδών τους.
«Η διαδικασία της μετάκλησης να γίνεται με αντικειμενικά κριτήρια»
Ο γενικός γραμματέας του Ενιαίου Αγροτικού Συλλόγου Ιεράπετρας, Μιχάλης Βιαννιτάκης, μίλησε στη “Νέα Κρήτη” και το neakriti.gr για το φλέγον ζήτημα της έλλειψης εργατικών χεριών στον πρωτογενή τομέα, όσα και για τα τεράστια κενά στη νομοθεσία που αφορά την κλήτευση εργαζομένων από τρίτες χώρες.
«Το πρόβλημα αυτό απασχολεί όλη την αγροτική Κρήτη τα τελευταία 5 χρόνια. Δυστυχώς, ο εκάστοτε υπουργός Μετανάστευσης προσπαθεί να δώσει λύσεις καλυπτόμενος πίσω από το πολιτικό σκέλος, αφήνοντας παράλληλα το πρακτικό κομμάτι του ζητήματος εντελώς μετέωρο. Είναι γεγονός ότι σε διάφορους κλάδους της οικονομίας, όπως είναι ο αγροτικός κλάδος, ο τουριστικός και αυτός των κατασκευών, υπάρχουν αυξημένες ανάγκες από εργατικό δυναμικό. Εμείς, λοιπόν, εδώ και μερικά χρόνια έχουμε προκρίνει τη λύση της μετάκλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες, η οποία πραγματικά έχει προσφέρει πολύτιμες βοήθειες στην ελληνική παραγωγή.
Ωστόσο, αυτό που παρατηρούμε είναι ότι η σχετική νομοθεσία, αντί να διευκολύνει τη διαδικασία, τη δυσκολεύει πάρα πολύ με γραφειοκρατικά θέματα, τα οποία προφανώς χρησιμοποιούνται ως εργαλείο για τη μείωση του αριθμού μεταναστών που εισέρχονται στη χώρα μας. Θα αναφερθώ σε ένα μόνο παράδειγμα για να καταλάβατε την περιπλοκότητα της υπόθεσης. Ενώ πολλοί μετανάστες έχουν καταθέσει νόμιμα τα χαρτιά του και πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για να εργαστούν στη χώρα μας, πολλές φορές κόβονται την τελευταία στιγμή από την έγκριση που πρέπει να δώσει ο πρόξενος της χώρας μας κατά το στάδιο της συνέντευξης.
Εμείς εδώ και καιρό ζητάμε απλούστευση της διαδικασίας, θέτοντας ως προϋπόθεση δύο σημαντικούς παράγοντες προκειμένου ένας πολίτης τρίτης χώρας να λάβει την τελική έγκριση που χρειάζεται για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Ελλάδα. Ο πρώτος αφορά την υγεία, καθώς πρέπει πρώτα να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ότι ο άνθρωπος δεν έχει κάποιο πρόβλημα υγείας που θα θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του. Ο άλλος αφορά την ασφάλεια, καθώς πρέπει να γνωρίζουμε αν εκκρεμούν ποινικά αδικήματα και ποια είναι αυτά. Επομένως, με τον τρόπο που προτείνουμε εμείς, η μετάκληση θα γίνεται με αντικειμενικά και όχι με υποκειμενικά κριτήρια», είπε ο κ. Βιαννιτάκης.
Περίπου 4.000 μετανάστες απασχολούνται ως εργάτες γης στην Ιεράπετρα
Ο κ. Βιαννιτάκης, προερχόμενος από την περιοχή της Ιεράπετρας, μία περιοχή που τροφοδοτεί ολόκληρη τη χώρα με αγροτικά είδη, μας έδωσε πληροφορίες για τον αριθμό των μεταναστών που εργάζονται στην περιοχή, επισημαίνοντας την καθοριστική συμβολή τους:
«Συνολικά χρειαζόμαστε περίπου 15.000 εργαζόμενους που να απασχολούνται στον αγροτικό τομέα και περισσότερο στα θερμοκήπια. Από αυτούς περίπου οι μισοί είναι ντόπιοι που απασχολούνται στις οικογενειακές επιχειρήσεις, περίπου 3.500-4000 είναι μετανάστες και παραμένει ένα τεράστιο κενό περίπου 3.000 ατόμων, το οποίο είναι εμφανές στην καθημερινότητά μας.

Κάνουμε συνεχώς παρεμβάσεις στο υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, όμως το πρόβλημα παραμένει. Μάλιστα, το τελευταίο νομοσχέδιο που ψηφίζεται σήμερα, ενώ κατά κάποιον τρόπο βελτιώνει λίγο το πλαίσιο για τους εργάτες από τρίτες χώρες, παρατηρούμε ότι αφήνει για ακόμα μία φορά εκτός “κάδρου” τον πρωτογενή τομέα, ανοίγοντας τον δρόμο για άλλους επαγγελματικούς κλάδους, όπως αυτόν των κατασκευών. Θέλουμε η κυβέρνηση να ακούσει κι εμάς, δείχνοντας ανάλογο ενδιαφέρον στα θέματα βιωσιμότητας που απασχολούν τον κλάδο μας».
Η συμφωνία με την Αίγυπτο – Η ΕΘΕΑΣ ως επιχειρησιακός φορέας στήριξης
Κι ενώ έτσι έχουν τα πράγματα, το Υπουργείο Μετανάστευσης έθεσε από τις 29 Ιανουαρίου 2026 σε λειτουργία νέα ηλεκτρονική πλατφόρμα, στην οποία μπορούν να κάνουν αίτηση όσοι επιθυμούν να εργαστούν ως εποχικοί εργάτες γης, στο πλαίσιο της διμερούς συμφωνίας Ελλάδας-Αιγύπτου.
Η διμερής συμφωνία προβλέπει την είσοδο και απασχόληση έως 5.000 Αιγυπτίων εποχικών εργαζομένων στον γεωργικό τομέα κατά το πρώτο έτος εφαρμογής. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην απόφαση της γενικής γραμματέως Μεταναστευτικής Πολιτικής, το ενδιαφέρον των εργοδοτών έως σήμερα ήταν εξαιρετικά χαμηλό, παρά τις μεγάλες ανάγκες.
Κεντρικό ρόλο στην εφαρμογή της συμφωνίας αναλαμβάνει η Εθνική Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΘΕΑΣ), η οποία ορίζεται επίσημα ως φορέας υποστήριξης της διαδικασίας, με επιχειρησιακή εμπλοκή.
Μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο αντιπρόεδρος της ΕΘΕΑΣ, Χρήστος Γιαννακάκης, σημείωσε ότι η συμφωνία είναι “win-win” τόσο για τους Έλληνες παραγωγούς, όσο και για τους Αιγύπτιους εργάτες γης, σημειώνοντας ότι από τη μία πλευρά οι Έλληνες παραγωγοί θα αντιμετωπίσουν την έλλειψη εργατικού δυναμικού και από την άλλη οι Αιγύπτιοι εργαζόμενοι θα έχουν απολαβές που αντιστοιχούν σε «500 αιγυπτιακά μεροκάματα μέσα σε τρεις μήνες».
Όπως ανέφερε, «το μεροκάματο στην Αίγυπτο είναι 4-5 ευρώ, ενώ στη χώρα μας ανέρχεται σε 35-40 ευρώ καθαρά, συν τις όποιες υπερωρίες», προσθέτοντας ότι, ακόμη και μετά την αφαίρεση των εξόδων μετάβασης, το όφελος παραμένει σημαντικό για τον εργαζόμενο, με ελάχιστη παραμονή τριών μηνών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, έχουν ήδη πραγματοποιηθεί οι πρώτες 500 συνεντεύξεις με ενδιαφερόμενους από την Αίγυπτο και πλέον η ΕΘΕΑΣ βρίσκεται στη διαδικασία αναζήτησης εργοδοτών που θα απορροφήσουν τους πρώτους 500 εργάτες γης. Όπως πρόσθεσε, σε περίπτωση που υπάρξει υπερκάλυψη του αριθμού, θα ζητηθεί συμπληρωματική συμφωνία ώστε να δοθούν επιπλέον 5.000 ονόματα ή όσοι εργάτες κριθεί ότι απαιτούνται για την κάλυψη των αναγκών της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής.
Στο επιχειρησιακό πλαίσιο, η ΕΘΕΑΣ θα λειτουργήσει ως ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ Ελλήνων εργοδοτών και αιγυπτιακών Αρχών, συμμετέχει στη διαδικασία συνεντεύξεων και επιλογής εργαζομένων σε συνεργασία με το υπουργείο Εργασίας της Αιγύπτου, διασφαλίζει την αντιστοίχιση των αναγκών των εκμεταλλεύσεων με τα προσόντα των εργαζομένων, έχει διαμορφώσει πρότυπο σύμβασης εργασίας σε ελληνικά, αγγλικά και αραβικά, ενώ ενημερώνεται για τις εγκρίσεις μετακλήσεων και αναλαμβάνει την επικοινωνία με την αιγυπτιακή πλευρά για την έκδοση θεωρήσεων εισόδου.

















